του Στέφανου Μίλεση, συγγραφέα, Προέδρου Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς

Ο Πολυχρόνης Λεμπέσης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους της Ελλάδας και ένας σπουδαίος αγιογράφος. Όμως έζησε στην ταπεινότητα και πέθανε στην αφάνεια. Ο Πολυχρόνης Λεμπέσης γεννήθηκε στη Σαλαμίνα το 1848 και πέθανε το 1913 σε ηλικία 65 ετών. Το σπίτι της γέννησής του στην Σαλαμίνα είναι γνωστό ως το σπίτι των κληρονόμων του Γιάννη Λιαπάκη, όπου αργότερα στέγασε την υπηρεσία “κρατικού μονοπωλίου”. Η μακρινή καταγωγή της οικογενείας του κρατούσε από κάποιο χωριό του Λιδορικίου και όχι από το Κρανίδι όπως απαντάται σε πολλές βιογραφίες. Ήδη όμως πριν από την Επανάσταση του ’21 το όνομα της οικογένειας Λεμπέση, βρίσκεται στη Σαλαμίνα (Παναγόπουλος, 1972).

Γονείς του ήταν ο Ιωάννης Λεμπέσης και η Μαρία. Όπως αναφέρει ο Δημήτρης Φερούσης (2010) επειδή οι γονείς του παρακάλεσαν τον Θεό κατά τη γέννηση, το μωρό να “πολυχρονήσει” καθώς ήταν άρρωστο. Έτσι αποφάσισαν όταν επέζησε να το ονομάσουν Πολυχρόνη. Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν βοσκός στο επάγγελμα κι έτσι από μικρός ο Πολυχρόνης περιηγήθηκε στις ομορφιές της γενέθλιας γης του της Σαλαμίνας. Παράλληλα επισκέπτονταν τη Μονή της Φανερωμένης (ανδρικό κοινόβιο) όπου ήρθε σε επαφή με τη μοναστική ζωή αλλά κύρια με την ορθόδοξη αγιογραφία.

Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Σαλαμίνα και στη συνέχεια σπούδασε ζωγραφική στο Τμήμα Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου Αθηνών. Καθώς ήταν καλός μαθητής κέρδισε υποτροφία για συνέχιση σπουδών στο εξωτερικό. Έτσι ο Λεμπέσης παρότι φτωχός ο ίδιος βρέθηκε να σπουδάζει στο Μόναχο, στη Σχολή του Θείρσιου. Η υποτροφία του προέβλεπε μηνιαία χρηματική παροχή ύψους 300 δραχμών επί μια τετραετία ώστε απερίσπαστος να αφοσιωθεί στο έργο του (Εφημερίς, 1874).

Στο Μόναχο όπου ο Λεμπέσης μετέβη προς τελειοποίησης των σπουδών του γνωρίστηκε με όλους τους μεγάλους Έλληνες ζωγράφους της εποχής του οι οποίοι αναγνώρισαν την αξία του. Ο Γύζης μάλιστα τον θαύμαζε και τον είχε για καλύτερό του. Ο Λεμπέσης επισκέφθηκε Γαλλία και Ιταλία όπου μελέτησε τα έργα μεγάλων ξένων καλλιτεχνών σε πινακοθήκες, δημόσια και ιδιωτικά μουσεία. Το 1880 επέστρεψε στην Ελλάδα επιδιδόμενος στην αρχή στην απαθανάτιση μορφών της Επανάστασης.

Εργάστηκε με την ίδια επιτυχία σε πορτραίτο, τοπίο και αγιογραφία διακρινόμενος για την επιλογή των χρωμάτων του. Στην Σαλαμίνα βρήκε ο Λεμπέσης την ψυχή του, όπως είχε συμβεί με τον Πορφύρα στην Φρεαττύδα. Για αυτό και πολλά έργα είναι εμπνευσμένα από τα τοπία και τους ανθρώπους της Σαλαμίνας. Από τα έργα του τα καλύτερά του θεωρήθηκαν “Ακτή Σαλαμίνας” (Διεθνής Έκθεση Αθηνών 1902), “Εσωτερικό κουλουριώτικου σπιτιού”, “Κεφαλή Εφήβου” (Έκθεση Ζαππείου 1909), “Κεφαλή γηραιάς κυρίας” (Έκθεση Παρισίων 1909), “Λιμάνι Σαλαμίνας” (1909) κ.α. Από τις αγιογραφίες του οι σπουδαιότερες θεωρήθηκαν η “Πλατυτέρα των Ουρανών” του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, Αγίων Θεοδώρων του Κοιμητηρίου Αθηνών και του Αγίου Κωνσταντίνου Πειραιώς.

Η μικρή Κουλουριώτισσα, έργο Π. Λεμπέση 1892

Από την επιστροφή του στην Ελλάδα, όπως συνέβη και με τον Κωνσταντίνο Βολονάκη και με άλλους, τον παραγκώνισαν κι έφτασε να πουλάει την εργασία του όσο όσο, στα δύο ατελιέ που φιλοξενούσαν έργα του στην οδό Στουρνάρα και στην οδό Βερανζέρου. Ήταν λιτός στην καθημερινότητά του, τύπος ανθρώπου ασκητικός που θα μπορούσε να είχε καλογερέψει χωρίς πρόβλημα. Δεν ήταν τυχαίο άλλωστε πως ήταν φίλος με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Δεν έλαβε τυχαίως και την προσωνυμία “ο κοσμοκαλόγερος ζωγράφος” ή αλλιώς ο “Παπαδιαμάντης της ζωγραφικής”. Έζησε και πέθανε πάμπτωχος, όπως και ο Λάζαρος Φυτάλης, ο Κωνσταντίνος Βολονάκης κ.α. Και η ζωή του όμως δεν ήταν εύκολη. Ουδέποτε εκτιμήθηκε η σεμνότητα, η ταπεινότητα και το ήθος που τον διέκριναν. Οι άλλοι ζωγράφοι τον φθονούσαν ακριβώς για αυτά του τα προτερήματα καθώς ήταν ευτυχισμένος με τα ελάχιστα που του προσέφερε η φύση στην Σαλαμίνα και η αδιάκοπη εργασία του. Η απλότητα του χαρακτήρα του και η βαθιά θρησκευτική του πίστη τον κράτησαν μακριά από κοινωνικές και καλλιτεχνικές ίντριγκες οι οποίες θα του αποκόμιζαν αναγνώριση και οικονομικά οφέλη όπως συνέβη με όσους καταπιάστηκαν με αυτές.

Ήδη από τις πρώτες επαφές με συναδέλφους του αυτοί φροντίζουν να τον μειώνουν αδιάκοπα. Κάποτε ο Ν. Λύτρας επισκέφθηκε με έκθεση έργων του στον “Παρνασσό”. Τότε ο Λεμπέσης γεμάτος αγωνία για τη γνώμη του τον πλησίασε ζητώντας την άποψή του. Τότε ο Λύτρας του απάντησε με πικρόχολο ύφος “Πολύ ωραίες οι… κορνίζες”. (Καλλονάς, 1946). Πραγματικό πλήγμα υπήρξε αυτό το γεγονός για τον Λεμπέση. Αμέσως αποσύρθηκε στην Σαλαμίνα κάνοντας παρέα μόνο με ψαράδες και απλοϊκούς ανθρώπους όπως είχε κάνει το ίδιο και ο Πορφύρας στην Φρεαττύδα.

Στις εκθέσεις όπου λάμβανε μέρος κέρδιζε επαίνους και βραβεία ποτέ όμως χρήματα ή αναλήψεις κερδοφόρων εργασιών. Έτσι απογοητευμένος σταμάτησε να ζωγραφίζει όσα τον ευχαριστούσαν και καταπιάστηκε μόνο με τα απαραίτητα. Αν είχε την δυνατότητα να απαθανατίσει όσα επιθυμούσε είναι σίγουρο πως σήμερα θα αποτελούσε έναν από τους κυριότερους σταθμούς της νεοελληνικής ζωγραφικής. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, βρέθηκε να είναι προστάτης και κηδεμόνας των εννιά ορφανών του αδελφού του, γεγονός που δεν του επέτρεψε την δημιουργία δικής του οικογένειας.

Από τις ελάχιστες θέσεις που κατέλαβε είναι πως το 1900 διετέλεσε Πρόεδρος της “Διαρκούς Καλλιτεχνικής Εκθέσεως” της Αθήνας, και πρόεδρος της “Καλλιτεχνικής Ενώσεως”. Όταν πέθανε λησμονημένος το 1912 οι φίλοι του ελάχιστοι, άνθρωποι του λαού, έφτασαν να αγοράσουν τα έργα του προς 2 και 5 δραχμές το καθένα, αγνοώντας την πραγματική του αξία, μονάχα για να μαζέψουν χρήματα για την κηδεία του!…

Το μεγαλύτερο έργο του Πολυχρόνη Λεμπέση στον Πειραιά, είναι φυσικά η φιλοτέχνηση της “Πλατυτέρας του Ουρανού” στον τρούλο του Ι.Ν. Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς. Για αυτό το έργο του μιλούσε με ενθουσιασμό ο Γκύζης στο Μόναχο προς τους μαθητές του. Ο Λεμπέσης είχε λάβει μέρος στον διαγωνισμό ανάληψης αγιογράφησης της εκκλησίας όταν ακόμα αυτή βρισκόταν υπό ανέγερση. Υπέβαλε την προσφορά του στις 29 Ιανουαρίου 1878 και κέρδισε καθώς ήταν οικονομικότερη έναντι των άλλων. Όταν ύστερα από χρόνια ο Λεμπέσης επισκέφθηκε πάλι τον Άγιο Κωνσταντίνο για να ξαναδεί το έργο του, κόντεψε να λιποθυμήσει. Κάποιος Επίτροπος του ναού για να καθαρίσει την “Πλατυτέρα” από τη σκόνη και διέταξε και την πέρασαν από πάνω με μια σκούπα βουτηγμένη σε ποτάσα. (Νέα Ημέρα Τεργέστης,1913). Ευτυχώς το έργο σώθηκε, αποκαταστάθηκε και σήμερα ο κόσμος μπορεί να θαυμάσει την “Πλατυτέρα” μια από τις τρεις που φιλοτεχνήθηκαν από τον σπουδαίο αυτό καλλιτέχνη και άνθρωπο. Ο Λεμπέσης επέτρεψε στον Άγιο Κωνσταντίνο Πειραιώς το 1889 όταν ο Δήμος Πειραιά με την απόφαση 1001 /24ης Φεβρουαρίου ίδιου έτους, του ανέθεσε τη συνέχιση του έργου της αγιογράφησης με την απεικόνιση των τεσσάρων Ευαγγελιστών και των Προφητών “και την λοιπήν διασκόσμησιν των εν των Ναώ ατελών έτι έργων…” (Λεμπέσης, 2010).

Το τέμπλο του Αγίου Κωνσταντίνου Πειραιώς. Η Πλατυτέρα των Ουρανών

Με τη συμπλήρωση πενήντα ετών από τον θάνατό του, το 1962 στη Σαλαμίνα ο εκπολιτιστικός σύλλογος Σαλαμίνας “Ευριπίδης” προχώρησε στα αποκαλυπτήρια δύο μαρμάρινων πλακών, μια στο σπίτι όπου είχε γεννηθεί και η άλλη στον δρόμο που έλαβε το όνομά του. Είχε προηγηθεί μνημόσυνο στον Άγιο Μηνά όπου ο ζωγράφος είχε φιλοτεχνήσει έργα αγιογραφίας.

  • Πηγές:
  • Παναγόπουλος Γεώργιος, Εφημερίδα “Η Σαλαμίνα”,, φ. 28 Νοεμβρίου 1972.
  • Δημήτρης Φερούσης, Ο Ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στον Πειραιά, Πειραιάς 2010.
  • Εφημερίδα “Εφημερίς”, φ. 18 Δεκεμβρίου 1874
  • Καλλονάς Δ., Εφημερίδα Ανεξαρτησία, φ. 26 Αυγούστου 1946, σελ. 4
  • Νέα Ημέρα Τεργέστης, εφημερίδα, φ. 3 Μαρτίου 1913.

Διαβάστε σχετικώς:

Ιερός Ναός Αγών Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς

Author

Ο Στέφανος Μίλεσης είναι συγγραφέας με εξειδίκευση στην επιχειρηματική ιστοριογραφία (MSc στην Διοίκηση Επιχειρήσεων). Από νωρίς καταπιάστηκε όμως και με τη μελέτη της αστικής ηθογραφίας και λαογραφίας, τις αστικές παραδόσεις, την τοπική και ναυτική ιστορία.