του Στέφανου Μίλεση
Η ψήφιση του Ν. 4141/1929 «Περί επιθεωρήσεως των εμπορικών πλοίων». οδήγησε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές κινητοποιήσεις στην ιστορία του Πειραιά. Οι ιδιοκτήτες των ιστιοφόρων σκαφών ύψωσαν μαύρες σημαίες στα κατάρτια των πλοίων τους στο Πασαλιμάνι και στο κεντρικό λιμάνι, κηρύσσοντας γενική απεργία. Διαμαρτύρονταν για την οικονομική τους εξόντωση, τονίζοντας ότι τα νέα μέτρα τούς ανάγκαζαν να εγκαταλείψουν τα σκάφη τους ή να τα οδηγήσουν σε πρόωρη διάλυση.
Ο νόμος υποχρέωνε τα ιστιοφόρα σκάφη, αναλόγου της χωρητικότητάς τους σε συγκεκριμένη σύνθεση πληρώματος, διατήρηση ημερολογίου και ναυτολογίου, ενώ αύξανε παράλληλα τα λιμενικά, φαρικά και υγειονομικά τέλη. Καθώς οι μεταφορές είχαν περάσει στο μεγαλύτερο μέρος τους στα φορτηγά ατμοπλοΐας ο νόμος έδινε τη χαριστική βολή στην ύπαρξη των ιστιοφόρων.
Ο νόμος ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου προκειμένου να βάλει μια τάξη στα ατμόπλοια χωρίς δυστυχώς να προβλέψει εξαιρέσεις για τα ιστιοφόρα με αποτέλεσμα να έχει ισοπεδωτικό τελείως χαρακτήρα. Η οικονομική επιβάρυνση για τα ιστιοφόρα ήρθε σε μια περίοδο που η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 (Μεγάλη Ύφεση) είχε ήδη μειώσει δραματικά τους ναύλους. Οι χαμηλοί ναύλοι ανάγκασαν τα ιστιοφόρα να ρίξουν τις τιμές τους ακόμα περισσότερο καθώς οι δικές τους μεταφορές γίνονταν με μεγαλύτερη βραδύτητα λόγω μειωμένης ταχύτητας και άμεσης εξάρτησης από τις καιρικές συνθήκες.

Τα ατμόπλοια κυριάρχησαν παντού αφήνοντας τα ιστιοφόρα να εκτελούν μεταφορές μόνο μικρών ποσοτήτων και τοπικών διαδρομών άνευ σημασίας. Μέρη όπως το Γαλαξείδι ή οι Σπέτσες που δεν είχαν αναπτυχθεί προς την κατεύθυνσης της ατμήρους ναυτιλίας στην κυριολεξία καταποντίστηκαν.
Ο νόμος ουσιαστικά ευνόησε τα αναπτυσσόμενα ατμόπλοια, επιταχύνοντας βίαια τον οικονομικό μαρασμό και το τέλος της παραδοσιακής ελληνικής ιστιοφόρου ναυτιλίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος θεωρήθηκε ο εκσυγχρονιστής των υποδομών του σύγχρονου ελληνικού κράτους ωστόσο ελάχιστα ταυτίστηκε με την εξαφάνιση κλάδων όπως η παραδοσιακή ιστιοφόρος ναυτιλία, τα ναυτικά επαγγέλματα που συνδέθηκαν με αυτήν, ταρσανάδες, καραβομαραγκοί, ξυλοναυπηγοί κ.ο.κ. Μέρη που μέχρι τότε ζούσαν αποκλειστικά από επαγγέλματα ιστιοφόρου ναυτιλίας επίσης μαράζωσαν όπως τα ναυπηγεία της Ερμιόνης, της Πάρου, της Κοιλάδας. Η παράκτιος επαρχία δέχθηκε ισχυρό πλήγμα το οποίο επιτηδευμένα δεν καταγράφηκε από εκείνους που ανέλαβαν τη συγγραφή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, θεωρώντας κάποια πρόσωπα “ιερά”, αποφεύγοντας έτσι να ασκήσουν την παραμικρή κριτική για τα τραγικά λάθη που έκαναν.

Ο Ν. 4141/1929 δεν “παρέβλεψε” τα ιστιοφόρα -όπως πολλοί ισχυρίστηκαν- αλλά επιτηδευμένα τα “στόχευσε” καθώς αποστολή των διατάξεών του ήταν η “βίαιη εκκαθάριση” των ιστιοφόρων από το πεδίο ανταγωνισμού προς όφελος των πλοιοκτητών, πολλοί από τους οποίους υπήρξαν και χρηματοδότες των προεκλογικών αγώνων του Ελ. Βενιζέλου. Οι Έλληνες πλοιοκτήτες ατμήρους ναυτιλίας στο εσωτερικό της χώρας ευνοήθηκαν από τον νόμο ενώ η οικονομική κρίση του ’29 στο διεθνές προσκήνιο τους έδωσε την ευκαιρία να προμηθευτούν ατμοκίνητα πλοία σε χαμηλές τιμές καθώς ξένες εταιρείες αδυνατώντας να συντηρήσουν τους πολυπληθείς στόλους τους ρευστοποιούσαν πουλώντας πλοία σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές.

Το μόνο θετικό -αν μπορεί κάποιος να το αναφέρει έτσι- ήταν η τοποθέτηση μηχανών ντίζελ (πετρελαιοκινητήρων) στα μικρά ιστιοφόρα, ως μια προσπάθεια των ιδιοκτητών τους να ξαναμπούν στην αγορά βελτιώνοντας τους χρόνους ταξιδίων τους.