του Στέφανου Μίλεση

Στον λόφο του Βώκου, πάνω στο «βουνό», όπως οι ντόπιοι αποκαλούσαν το ύψωμα, από την πλευρά όμως της Λεωφόρου Θηβών, δεσπόζει η συνοικία του Καραβά.

Η Συνοικία Καραβά, φέρει, το όνομα χωριού των Κυθήρων, πατρίδα του Ευσταθίου Δηλαβέρη το εργοστάσιο του οποίου λειτουργούσε από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 και για πολλά χρόνια στην περιοχή.

Πολλοί Κυθήριοι εγκαταστάθηκαν σε εκείνη την πλευρά του λόφου που είχε παραμείνει σχετικά ακατοίκητη από την Μανιάτικη παροικία. Ο Καραβάς άρχισε να δέχεται Συριανούς καθώς το εργοστάσιο του Δηλαβέρη ζητούσε εξειδικευμένους λεβητοποιούς και θερμαστές, ειδικότητες που κατείχαν τότε οι Συριανοί καθώς το λιμάνι τους είχε αναπτύξει έντονη εμπορευματική δραστηριότητα στον τομέα της ναυτιλίας.

Ο Συνοικισμός Καραβά άρχισε να πυκνώνει και μετά την καταστροφή του ’22, καθώς εντάχθηκε στα προγράμματα της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Η οικοδόμησή του άρχισε να προσλαμβάνει εντατικό χαρακτήρα μετά το 1946 και μετά όταν εγκαταστάθηκαν και πολλοί Σαμιώτες και Κεφαλλονίτες. Ειδικά οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν μετά τους καταστροφικούς σεισμούς των Επτανήσων του…. Οι παλαιοί κάτοικοι του Καραβά θεωρούσαν πως διέμεναν στο “τρίστατρο” καθώς στα όρια της περιοχής τους συναντιούνταν η Νεά και Παλαιά Κοκκινιά και τα Καμίνια.

Στην περιοχή από την προπολεμική ακόμα εποχή, όταν ο συνοικισμός ήταν αραιοκατοικημένος, είχαν χορηγηθεί άδειες λατόμευσης. Από το 1946 και μετά όμως που η δόμηση πύκνωσε, οι κατοικίες έφτασαν να απέχουν μόλις 300 μέτρα από το λατομείο. Τα φουρνέλα και οι εκρήξεις χτυπούσαν ανελέητα τα κοντινά σπίτια όπως και τους βράχους του λόφου δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στατικότητας. Η περιοχή επιλέχθηκε καθώς τόσο στην περιοχή Λεύκας όσο και στα Καμίνια λειτουργούσε πλήθος εργοστασίων και βιοτεχνικών εγκαταστάσεων που προσέφεραν εργασία στον κόσμο. Κυριότερα εργοστάσια της Συνοικίας Καραβά και στη Λεύκα ήταν φυσικά η κεραμοποιία του Δηλαβέρη, το εργοτάξιο των ΣΕΚ, το εργοστάσιο του Ρετσίνα και άλλα μικρότερα. Όσο τα φουγάρα στην Λεύκα κάπνιζαν, τόσο η συνοικία Καραβά γέμιζε από κόσμο που επιθυμούσε να διαμείνει κοντά στον τόπο της εργασίας του.

Οι “αγνοούμενοι” του ελληνικού κράτους

Από την δεκαετία του 1930 οι κάτοικοι της συνοικίας ζούσαν υπό αντίξοες συνθήκες. Δεν υπήρχε δημοτικός φωτισμός και οι κάτοικοι μετά την δύση του ηλίου ήταν αναγκασμένοι για να μεταβούν στα σπίτια τους να σκαρφαλώνουν σε κατσάβραχα μέσα στο σκοτάδι. Στον Καραβά, καθώς δεν υπήρχαν χαραγμένοι δρόμοι, τα σπίτια στερούνταν ταχυδρομικής διεύθυνσης για αυτό και περιπαιχτικά την δεκαετία του 1930 τους αποκαλούσαν “αγνοούμενους” του ελληνικού κράτους, αφού στερούμενης διευθύνσεως οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να δεχθούν αλληλογραφία ή επισκέψεις. Για τον ίδιο λόγο δεν υπήρχε και συγκοινωνία.

Οι περισσότερες από 600 οικογένειες αριθμούσαν 4000 άτομα, στοιχείο που μας δηλώνει πως στατιστικώς κάθε οικογένεια ήταν εξαμελής. Τα 250 παιδιά του συνοικισμού πήγαιναν με τα πόδια στα προσφυγικά σχολεία της Νέας Κοκκινιάς (μετέπειτα Νίκαιας) καλύπτοντας καθημερινώς απόσταση πεζοπορίας μισής ώρας. Τον Ιούλιο του 1930 η εταιρεία υδάτων ΟΥΛΕΝ προχώρησε στην απαλλοτρίωση έκτασης προκειμένου να διέλθουν οι αγωγοί υδάτων για την τροφοδοσία της συνοικίας (ΝΔ 14/14.07.1930) και να τροφοδοτούν δεξαμενές που βρίσκονταν στην κορυφή του λόφου. Ωστόσο η προμήθεια νερού και πάλι δεν ήταν επαρκής.

Ένα πρόβλημα που επίσης απασχόλησε τους κατοίκους ήταν τα ηλεκτροφόρα καλώδια μεταφοράς υψηλής τάσης (άνω των 22.000 βολτ) της εταιρείας ΠΑΟΥΕΡ, που περνούσαν πάνω από τον Καραβά, που καθώς ήταν ύψωμα οι στέγες των σπιτιών άγγιζαν στην κυριολεξία τα σύρματα.

Κύριο σχολείο της συνοικίας η λειτουργία του οποίου άρχισε κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’30 το 40ο Δημοτικό Σχολείο που αρχικά στεγαζόταν σε οίκημα επί της οδού 25ης Μαρτίου.

Το πρώτο οίκημα του 40ου Δημοτικού Σχολείου ήταν ακατάλληλο και έξω από αυτό είχαν δημουργηθεί εστίες μόλυνσης

Η οργάνωση των κατοίκων σε σωματεία

Στον Καραβά συνέβη κάτι μοναδικό σε όλη την Ελλάδα. Ο εθελοντισμός των κατοίκων και η διάθεσή τους να εξωραΐσουν την περιοχή τους ξεπέρασε τα συνήθη όρια και έφτασε να ανοίγει δρόμους, να προχωρεί σε εκβραχισμούς και να οικοδομεί εκκλησίες με έναν τρόπο μοναδικό όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια.

Η Ένωση Καραβά Πειραιώς ίδρυσε ομάδα ποδοσφαίρου

Ο Σύλλογος Ιδιοκτητών Καραβά αντιμετώπισε τις πλημμύρες

Ο Σύλλογος Οικιστών Καραβά αντιμετώπισε εκβραχισμούς και διανοίξεις οδών

Ο Εθνικός Μορφωτικός Όμιλος Καραβά ανέλαβε την διαπαιδαγώγηση των νέων

Ο Σύλλογος Ανεγέρσεως Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Καραβά, ήταν εκείνος που οικοδόμησε την εκκλησία της περιοχής.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τις εθελοντικές δράσεις των κατοίκων που κατόρθωσαν ότι το κράτος όφειλε να πράξει:

Ήδη από την δεκαετία του 1930 είχε ιδρυθεί η Ένωση Καραβά Πειραιώς με πρόεδρο τον Μαλικούτη. Η δράση της Ένωσης δεν περιορίστηκε μόνο σε εκβραχισμούς της περιοχής και διάνοιξη δρόμων αλλά επεκτάθηκε και στον αθλητικό τομέα ιδρύονταν τον “Π.Ο. Καραβά Πειραιώς” που εξελίχθηκε σε “Α.Ε. Καραβά Πειραιώς”.

Τα σπίτια αρχικώς του Καραβά ήταν αυτοσχέδια οικοδομημένα ατάκτως πάνω στην πλαγιά του βουνού, αετοφωλιά την αποκαλούσαν οι ντόπιοι, χωρίς να εφαρμόζεται κάποιο πολεοδομικό σχέδιο, ενώ δεν υπήρχε αποχέτευση, ύδρευση και δρόμοι. Την δεκαετία του 1950 που ο συνοικισμός δέχθηκε μεγάλη δόμηση η περιοχή ήταν νταμάρια λόγω λειτουργίας τα παλαιότερα χρόνια λατομείου. Δρόμοι δεν υπήρχαν και αμάξι δεν περνούσε. Το 1947 λειτουργούσαν στο λόφο βουστάσια και στάβλοι αγελάδων. Τότε οι κάτοικοι πήραν την κατάσταση στα χέρια τους.

Οι κάτοικοι της οδού Μοναστηρακίου δημιούργησαν τον Ιανουάριο του 1953 συνεργεία εκβραχισμού και διάνοιξης δρόμων με την προσωπική τους εργασία. Την αρχική οργανωτική ομάδα συγκρότησαν οι Ευάγγελος Παριορής, Ηλίας Ζαφειρόπουλος, Γ. Μπαμπάτσικας, Λάμπρος Μπαμπάτσικας και Γ. Ζαφειρόπουλος.

Κάτοικοι του Καραβά προχωρούν μόνοι τους στον εκβραχισμό και στην διάνοιξη οδών την δεκαετία του 1950

Αν και η κίνηση αρχικά χαρακτηρίστηκε από τον Δήμο Πειραιά ως ουτοπική, μέσα σε διάστημα μόλις τριών εβδομάδων βρήκε μεγάλη ανταπόκριση από τους υπόλοιπους κατοίκους του συνοικισμού. Η συμμετοχή των κατοίκων πήρε την ορμή πραγματικής εκστρατείας κι έτσι σύντομα δημιουργήθηκε ένας δρόμος μήκους 1100 μέτρων εκεί που κάποτε υπήρχαν μόνο βράχια. Έτσι κατάφερε να διέλθει για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1953 το απορριμματοφόρο του δρόμου από την οδό Μοναστηρακίου. Μέχρι τότε οι κάτοικοι της κορυφής κουβαλούσαν τα σκουπίδια τους μέχρι την οδό Λακωνίας όπου περνούσε το απορριμματοφόρο.

Η κινητοποίηση των κατοίκων συγκίνησε τον Δήμαρχο Πειραιά Γεώργιο Ανδριανόπουλο ο οποίος αποφάσισε το 1954 και ανέθεσε σε μια εταιρεία τεχνικών έργων εγκατάσταση δικτύου ύδρευσης για πρώτη φορά στο συνοικισμό. Η εταιρεία έφερε μηχανήματα που τσάκισαν τα τεράστια βράχια, άνοιξε χαντάκια και τοποθέτησε τρεις υδροσωλήνες κι έφτασε για πρώτη φορά τρεχούμενο νερό να τροφοδοτεί τους κατοίκους του συνοικισμού.

Οι “Σουλιώτισσες” του Καραβά.

Ένα επίσης σημαντικό πρόβλημα ήταν οι κατολισθήσεις. Καθώς λειτουργούσε παλαιότερα λατομείο με τη χρήση φουρνέλων, τεράστια βράχια του λόφου είχαν διαρραγεί και κάθε φορά, έπειτα από μεγάλη βροχόπτωση, παρατηρούνταν κατολισθήσεις που διέλυαν σπίτια και πλάκωναν ανθρώπους. Ωστόσο το κράτος χορηγούσε άδειες οικοδομής. Όταν άρχισαν οι κατολισθήσεις να αποτελούν συχνό φαινόμενο ο κόσμος πανικοβλήθηκε και ο Δήμος Πειραιά εξέτασε μέχρι και την περίπτωση μεταφοράς των κατοίκων.

Και εδώ οι κάτοικοι προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα μόνοι τους. Δημιουργήθηκε μια επιτροπή κυριών από τις Μαρία Δημητρίου, Λαμπρινή Καβαλλιεράτου, Ελένη Ζαφειροπούλου και τις Διαμάντω και Μαρία Περιορή οι οποίες άρχισαν σταυροφορία για την κινητοποίηση των κατοίκων να συγκροτήσουν ομάδες εργασίες όπως είχαν κάνει για την διάνοιξη του δρόμου.

Από την αγωνιστικότητά τους έλαβαν το προσωνύμιο “οι Σουλιώτισσες του Καραβά”. Καθώς τις καθημερινές οι άνδρες εργάζονταν ενώ τα παιδιά πήγαιναν στα σχολεία ή στα μηχανουργεία, κάθε Κυριακή δημιουργούσαν συνεργεία των 20 -30 ατόμων με τους άνδρες να σπάζουν βράχια σε μικρότερα κομμάτια και τις γυναίκες να απομακρύνουν τα θραύσματα με καρότσια. Από την κίνηση αυτή των κατοίκων γεννήθηκε και ο “Σύλλογος Οικιστών Καραβά” που κλήθηκε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα της περιοχής.

Άνδρες νέοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες, παιδιά κάθε Κυριακή αντί να ξεκουράζονται έπιαναν σκαπτικά εργαλεία και δούλευαν για το καλό της κοινότητας. Η περίπτωση των κατοίκων του Καραβά, με την αυτο-οργάνωσή τους αποτέλεσε μοναδική περίπτωση στις συνοικίες του Πειραιά

Δυστυχώς ο εκβραχισμός και η αντιμετώπιση των κατολισθήσεων απαιτούσε ειδικά συνεργεία και οι κατολισθήσεις συνεχίστηκαν και τα επόμενα έτη. Το 1972 οι εφημερίδες καταγράφουν την περίπτωση ενός φοιτητή κρητικής καταγωγής, που φιλοξενήθηκε σε κάποιο σπίτι της περιοχής όταν τη νύχτα ένας τεράστιος βράχος έπεσε πάνω στο σπίτι όπου διανυκτέρευε. Το πρωί μόλις ανάσκαψαν τα ερείπια τον βρήκαν καταπλακωμένο. Μόνο επί Δημαρχίας Γιάννη Παπασπύρου (δεκαετία ’80) έγιναν έργα αντιστήριξης από ειδικούς βραχομηχανικούς και λύθηκε το πρόβλημα.

Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Καραβά

Κύρια εκκλησία της περιοχής είναι των Αγίων Αναργύρων το οποίο αρχικά ήταν ένα μικρό παρεκκλήσι της ενορίας του Ι.Ν. Μεταμόρφωσης του Σωτήρα. Καθώς όμως η συνοικία γέμιζε από κόσμο το μικρό παρεκκλήσι δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ανάγκες που είχαν δημιουργηθεί. Αν και το νομοθετικό πλαίσιο για την ανέγερση νέου ναού είχε ρυθμιστεί από το 1945, λόγω έλλειψης κονδυλίων οι εργασίες δεν άρχιζαν.

Για το σκοπό αυτό συστάθηκε το 1948 ο “Σύλλογος Ανεγέρσεως Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Καραβά Πειραιώς” με πρωτοπόρους ιδρυτές τους ιερείς Δημητριάδη Δ. Κρητικό Μιχ. και πολλούς κατοίκους της περιοχής, των οποίων τα ονόματα καταγράφουμε για να μη χαθούν από την ιστορική μνήμη. Μέλη του Συλλόγου αυτού ήταν οι: Ανδριτσόπουλος Ευθύμιος, Ανυφάντης Ιωάννης, Βολονάκης Σ., Γεωργιάδης Α., Γιαννακόπουλος Ν., Γουλιαράς Π., Δελβεδέρης Γ., Καλογερίδης Φ., Καρατζάς Μ., Καρυστινός Θ., Λαγογιάννης Γ., Μαξουτής Αθ., Μαυρέας Κ., Παγώνης Αν., Παπαφιλίππου Γ., Σαββαντίδης Ν., Συγγελίδης Π., Τσιβιντζής Ευάγγελος.

Ο Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων σήμερα

Οι μηνιαίοι έρανοι του Συλλόγου

Ο Σύλλογος εργάστηκε μεθοδικά με τον εξής τρόπο για να καταφέρει να αναγείρει νέο ναό σε αντικατάσταση του παλαιοτέρου. Μέλη του συλλόγου διέρχονταν μια φορά τον μήνα από όλα τα σπίτια του Συνοικισμού, διεξάγοντας έρανο που λόγω της περιοδικότητας που είχε, έμοιαζε περισσότερο με “μηνιαία συνδρομή”. Με τον τρόπο αυτό ο Σύλλογος συγκέντρωνε μηνιαίως ποσό μεταξύ 4 έως 6.000 δραχμών. Στο ποσό που συγκέντρωναν προστίθονταν κατά καιρούς και ποσά προερχόμενα από λαχειοφόρους αγορές και θεατρικές παραστάσεις που έδιναν συχνά τα παιδιά της Σχολής Λαγογιάννη – Κατρανίδου και της “Γωνιάς του Παιδιού”. Τον Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Καραβά τον επισκέφθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος το 1954 εκφράζοντας τα συγχαρητήρια στους κατοίκους του Καραβά καθώς η περίπτωση εράνου μεταξύ των κατοίκων με τη μορφή μηνιαίας συνδρομής αποτελούσε μοναδική καταγεγραμμένη περίπτωση.

Ο Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Καραβά υπό ανέγερση αρχές δεκαετίας 1950

Η θεμελίωση του ναού άρχισε το 1949 σε σχέδια του γνωστού στον Πειραιά αρχιτέκτονα Γεωργίου Νομικού (Αγία Τριάδα, Άγιος Διονύσιος Πειραιά κ.α.), ενώ ο σκελετός του ναού ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1954. Δαπανήθηκαν για την κατασκευή του 515.200 δραχμές ενώ και μετά το 1954 συνέχιζαν να δαπανιούνται ποσά για την αγιογράφηση και τον εξωραϊσμό του. Οι τέσσερις (4) μαρμάρινους κίονες της εισόδου του ναού κατασκευάστηκαν με χρήματα που προήλθαν από δωρητές τους: Δήμο Πειραιά (επί δημαρχίας Γεωργίου Ανδριανόπουλου), το Σωματείο Αρτοποιών Πειραιώς “Η ΔΗΜΗΤΡΑ” καθώς και από τους δωρητές Ν. Σαβαντίδη, Α. Γεωργιάδη, Δ. Χατζηδημητρίου, Π. Συγγελίδη και Φ. Καλογερίδη. Σύμφωνα με τα σχέδια το κωδωνοστάσιο προβλεπόταν να κατασκευαστεί ανεξάρτητο από την εκκλησία, με την κορυφή του να καταλήγει σε ρολόι. Τα θυρανοίξια του νέου ναού πραγματοποιήθηκαν το 1963, λόγω αργής προόδου εκτέλεσης εργασιών.

Αγία Μαρίνα και Παναγία η Οδηγήτρια

Άλλες εκκλησίες της περιοχής Καραβά είναι της Αγίας Μαρίνας καθώς και η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγία Οδηγήτρια) του Καραβά. Η τελευταία επίσης στεγαζόταν αρχικά σε ένα παρεκκλήσι. Το καλοκαίρι του 1943 (κατοχική περίοδος) με Αναγκαστικό Νόμο (ΑΝ 5/43) ανακηρύχθηκε το παρεκκλήσι ενοριακςό ναός υπό το όνομα “Εισόδια της Θεοτόκου”. Το 1960 ένας νέος ναός άρχισε να οικοδομείται στη θέση του παρεκκλησιού.

Δεξιά το παλαιό παρεκκλήσι των Εισοδίων της Θεοτόκου, που αρχικά ανήκε στην Ενορία Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Στα αριστερά ο νέος ναός που ανεγέρθηκε προς αντικατάσταση του παλαιού.
Η παλαιά εκκλησία της Παναγίας Οδηγήτριας στον λόφο του Βώκου

Οι κάτοικοι της περιοχής τη αποκαλούν και ως “Παναγία Οδηγήτρια”, ονομασία που προήλθε πιθανότατα από την δεκαετία του 1950 και μετά. Κι αυτό διότι η οικογένεια Βουτσινά εγκαταστάθηκε στην περιοχή εξαιτίας των σεισμών των Επτανήσων το 1953. Η οικογένεια έφερε μαζί της από την Κεφαλλονιά την εικόνα Παναγίας της Μαυρομάτας. Στο Καραβά την ίδια εποχή εγκαταστάθηκαν και αρκετοί Επτανήσιοι μετά τους σεισμούς.

Η Παναγία Μαυρομάτα που ο ιερέας Ιωάννης Βουτσινάς έφερε μαζί του από την Κεφαλονιά όταν η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Καραβά ύστερα από τους σεισμούς των Επτανήσων του 1953
Ο Ι.Ν. Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγία η Οδηγήτρια) σήμερα

Οι Γερμανοί κατά την διάρκεια της κατοχής στη βάση της εκκλησίας μέσα στο λόφο κατασκεύασαν καταφύγιο για την προστασία των χειριστών πυροβόλων όπλων που είχαν τοποθετήσει στην κορυφή του λόφου. Είναι εντυπωσιακό πως ένας χώρος που αποτελούσε κάποτε καταφύγιο ανθρώπινων σωμάτων, αποτελεί σήμερα καταφύγιο ανθρώπινων ψυχών. Διότι το αλλοτινό γερμανικό καταφύγιο μετασχηματίστηκε σε εκκλησία προς τιμή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Επισκεπτόμενος κάποιος αυτή τη μικρή εκκλησία πέρα από την εντυπωσιακή οροφή με τους σιδερένιους δοκούς και τις οπές εξαερισμού, δεσπόζουν ολόγυρα οι φιλοτεχνημένες μορφές Αγίων, είκοσι στον αριθμό. Στην αριστερή πλευρά βρίσκονται σε παράταξη όλοι οι στρατιωτικοί Άγιοι, ο Άγιος Ευστάθιος, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Δημήτριος, ο Άγιος Φανούριος. Σήμερα το καταφύγιο με το παρεκκλήσι που λειτουργεί στο εσωτερικό εναρμονίζεται πλήρως στο περιβάλλον και είναι το μοναδικό δημόσιο καταφύγιο στον Πειραιά που έχει αξιοποιηθεί και αποτελεί ένα σημείο που αξίζει να επισκεφθεί κάποιος.

Η είσοδος για το παρεκκλήσι του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού που δημιουργήθηκε εντός του γερμανικού καταφυγίου

Η εκκλησία Αγίας Μαρίνας έγινε ενοριακός ναός το 1953 (ΑΝ 5/53). Ο πρεσβύτερος Δημήτριος Θεοδώρου, ιερέας του ναού, προσέφερε έργο κατασκευάζοντας πρώτα την εκκλησία αλλά και στη συνέχεια βιβλιοθήκη. Στο υπόγειο το ναού ίδρυσε το παρεκκλήσιο Αγίου Στυλιανού. Ο παλαιός ναός χρησιμοποιήθηκε ως τραπεζαρία για 40 και πλέον ορφανά των δημοτικών σχολείων. Από το 1962 τα συσσίτια της Αγίας Μαρίνας Καραβά ανέλαβαν οι επιχειρήσεις Παπαστράτος, ο Καβουνίδης κ.α. Για χρόνια η οικογένεια Παπαμιχαήλ προσέφερε καθημερινώς πέντε γεύματα.

Εργοστάσιo Δηλαβέρη

Ο Κρίτων Δηλαβέρης υπήρξε λάτρης του Πειραιά, δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που άφησε την περιουσία του στον Δήμο. Σε μια αίθουσα του εργοστασίου κεραμοποιίας επί της οδού Θηβών, λειτουργούσε φροντιστήριο Αγγλικών για όλα τα παιδιά της συνοικίας, η παρακολούθηση στο οποίο γινόταν δωρεάν. Ο Κρίτωνας Δηλαβέρη ερχόταν την ώρα της διδασκαλίας να ρωτήσει αν όλα ήταν εντάξει, αν τους έλειπε κάτι. Ο Δηλαβέρης φρόντιζε να προσλαμβάνει στο εργοστάσιό του ανθρώπους από τον Πειραιά και ειδικά από τη περιοχή Καραβά.

Tο εργοστάσιο Κεραμοποιίας Δηλαβέρη με τον λόφο το Βώκου πίσω το ακόμα γυμνό
Εργαζόμενοι εργοστασίου Δηλαβέρη το 1955

Όλα άρχισαν όταν για πρώτη φορά όταν το 1888 ο Ευστάθιος Δηλαβέρης εισήγαγε στον Πειραιά μωσαϊκές πλάκες γαλλικού τύπου. Επρόκειτο για το γνωστό σήμερα μωσαϊκό πάτωμα μια γαλλική τεχνική που ο Ευστάθιος Δηλαβέρης εισήγαγε στην Ελλάδα που το αγοραστικό κοινό αποδέχθηκε με επιτυχία. Αμέσως άρχισαν να στρώνονται με αυτό τα δάπεδα των καταστημάτων, καφενείων, ξενοδοχείων, εκκλησιών, νοσοκομείων και πεζοδρομίων.

Το 1898 ίδρυσε στην Θηβών εργοστάσιο κεραμοποιίας και θεωρήθηκε από τους σκαπανείς της βιομηχανίας στον Πειραιά ενώ διετέλεσε και δύο φορές δημοτικός σύμβουλος Πειραιά. Από το 1932 την δημιουργική προσπάθεια του Ευσταθίου αναλαμβάνει ο υιός του Κρίτωνας Δηλαβέρης ο οποίος υλοποίησε το δικό του αλλά και το όραμα του πατέρα του με τον εκσυγχρονισμό του εργοστασίου στην οδό Θηβών 3 στον Πειραιά. Επρόκειτο για μια έκταση 40.000 τετραγωνικών πήχεων που προσέφερε πολλές ευκαιρίες για εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη. Τα εγκαίνια της ανακαινισμένης μονάδας πραγματοποιήθηκαν στις 9 Μαΐου 1935 παρουσία του πρωθυπουργού της χώρας Παναγή Τσαλδάρη. Η οικοδόμηση της μονάδας μαζί με την αγορά της εκτάσεως στοίχισε 14 εκατομμύρια δραχμές ενώ στο ποσό αυτό υπολογίσθηκε και η δαπάνη που απαιτήθηκε για τα αντιπλημμυρικά έργα ύψους περίπου 500 χιλιάδων δραχμών. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως η περιοχή που οικοδομήθηκε το εργοστάσιο είχε ως αρνητικό σημείο τις συχνές πλημμύρες που συνέβαιναν εκεί.

O Κ. Δηλαβέρης κληροδότησε κινητή και ακίνητη περιουσία του στον Δήμο Πειραιά. Ο χώρος του παλαιού εργοστασίου έχει μεταμορφωθεί σήμερα στο γνωστό Πάρκο Δηλαβέρη που απολαμβάνουν οι κάτοικοι του Καραβά, που κάποτε αποτελούσαν το εργατικό του δυναμικό

Στον Πειραιά περισσότερο δημοφιλής και από τον Κρίτωνα Δηλαβέρη υπήρξε η σύζυγός του Αθηνά. Ήταν γόνος της παλαιάς πειραιώτικης οικογένειας του Βασιλείου Κωνσταντινοπούλου αδελφή της Κατίνας Κωνσταντοπούλου που δεν ήταν άλλη από τη μεγάλη ηθοποιό Κατίνα Παξινού. Επίσης η άλλη της αδελφή ήταν η επίσης γνωστή κυρία των γραμμάτων Μαρίκα Περικλή Ράλλη. Η Αθηνά Δηλαβέρη διατέλεσε δημοτική σύμβουλος Πειραιά ενώ είχε επιδείξει μοναδική φιλανθρωπική και κοινωνική δράση. Προπολεμικά με τη σύμφωνη φυσικά γνώμη του συζύγου της Κρίτωνα Δηλαβέρη και με κεφάλαιά του, οργάνωνε τα μαθητικά και λαϊκά συσσίτια ενώ είχε ιδρύσει και στέγη νυκτερινής αναπαύσεως αστέγων περισσότερο γνωστή ως Λαϊκό Υπνωτήριο.

Τα ακίνητα Δηλαβέρη όπως όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία του περιήλθαν στον Δήμο Πειραιά. Στην διαθήκη προβλέπονταν επίσης σημαντικά ποσά για τη βοήθεια όλων των κοινωφελών ιδρυμάτων του Πειραιά συμπεριλαμβανομένης της Κυθηραϊκής αδελφότητας αλλά και του Δήμου Κυθήρων.

Διαβάστε σχετικά:

Ο Ρετσίνας, οι Ρετσίνες και η «Ρετσινομανία» του 1888

Βιομηχανικός Πειραιάς σε φωτογράφιση του 1999 από την ομάδα “Νόστος”

Author

Ο Στέφανος Μίλεσης είναι συγγραφέας με εξειδίκευση στην επιχειρηματική ιστοριογραφία (MSc στην Διοίκηση Επιχειρήσεων). Από νωρίς καταπιάστηκε όμως και με τη μελέτη της αστικής ηθογραφίας και λαογραφίας, τις αστικές παραδόσεις, την τοπική και ναυτική ιστορία.