του Στέφανου Μίλεση
Την δεκαετία του 1930 επιχειρήθηκε να μπει τάξη σε μια σειρά εργαζομένων που μέχρι τότε είχαν είχαν δημιουργήσει θόρυβο γύρω από το όνομά τους είτε υπήρχε η αντίληψη περί συμμόρφωσης σε κανόνες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η επιβολή μέτρων στους οδηγούς των οδηγών των Τραμ (Τραμβαγέρηδων) που διαρκώς έβριζαν, για αυτό και έμεινε η φράση “βρίζει σαν τραμβαγιέρης”. Μόλις ανέλαβε την διοίκηση των Τροχιοδρόμων η ΠΑΟΥΕΡ προσπάθησε να τους “εξευγενίσει” επιβάλλοντας μεταξύ άλλων την υποχρέωση να φέρουν στολή με λευκό πηλήκιο.
Το πηλήκιο επιβλήθηκε παντού
Πηλήκιο επιβλήθηκε παράλληλα στους φοιτητές και σπουδαστές σχολών, στους μαθητές των σχολείων, στους εισπράκτορες των λεωφορείων και σε όποια τάξη ανθρώπων υπήρχε η αντίληψη πως υπηρετούσαν ένα σκοπό με βάση την πειθαρχία. Η πιο δύσκολη όμως περίπτωση επιβολής πηληκίου, ήταν στους λεμβούχους του λιμανιού του Πειραιά. Ήταν γνωστό πως το επάγγελμα αυτό το ασκούσαν άνθρωποι σκληροτράχηλοι που ο κόσμος θεωρούσε ακαλλιέργητους και απειθάρχητους. Άρπαζαν τις βαλίτσες των επιβατών και τις πετούσαν στις βάρκες τους εξαναγκάζοντας τους επιβάτες να ακολουθήσουν τις αποσκευές τους. Είχαν τοποθετήσει ατσάλινες λάμες στην πλώρη των βαρκών τους και επιδίδονταν μεταξύ τους σε πραγματικές ναυμαχίες με εμβολισμούς και επίλυση διαφορών δια άλλων μέσων…
Η αναρχία και το χάος που είχαν επιβάλλει οι λεμβούχοι στο λιμάνι του Πειραιά αποτελούσε ένα φαινόμενο που διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα (1835 – 1931).

Οι “πιάτσες” των λεμβούχων
Η νέα κατάσταση των πραγμάτων όπως διαμορφώθηκε για τους λεμβούχους στο λιμάνι του Πειραιά προέβλεπε την αναγραφή αριθμού στην πλώρη της βάρκας τους με λευκή μπογιά. Κάθε λεμβούχος είχε πλέον τον αριθμό του. Έπρεπε επίσης να φορούν μπλε φανέλα και λευκό πηλήκιο που πάνω από το γείσο έγραφε με μεγάλους αριθμούς τον ίδιο αριθμό που έφερε και η βάρκα. Το Λιμεναρχείο καθόρισε τρία σημεία που όφειλαν οι λεμβούχοι να αναμένουν τους πελάτες, αντίστοιχα όπως συνέβαινε με τα μισθωμένα οχήματα (ΤΑΞΙ) και τις αντίστοιχες πιάτσες. Το πρώτο σημείο καθορίστηκε στη νηοδόχο του προλιμένα, το δεύτερο στο Τελωνείο έναντι του Αγίου Νικολάου και το τρίτο εκεί που παραδοσιακά ανέμεναν στην Ακτή Τζελέπη.
Τα Λεμβικά δικαιώματα (ή αλλιώς βαρκαδιάτικα)
Καθορίστηκαν οι τιμές μεταφοράς ανθρώπων και αποσκευών (λεμβικά δικαιώματα ή λεμβικά τέλη ή κοινώς καθιερωμένα ως βαρκαδιάτικα) που μέχρι τότε διαμορφώνονταν ύστερα από διαπραγμάτευση “παζάρι” μεταξύ βαρκάρη και επιβάτη.
Ο τιμοκατάλογος που εκδόθηκε προέβλεπε διαφορετικές τιμές ανάλογα τη θέση που θα ταξίδευε ο επιβάτες (Πρώτη, δεύτερη ή τρίτη), άλλη τιμή για ακτοπλοΐα και άλλη για υπερωκεάνιες γραμμές. Ο επιβάτης γνώριζε εκ των προτέρων τι θα πληρώσει.
Α’ ΘΕΣΗ: Επιβίβαση/ Αποβίβαση επιβάτη μετά συνηθισμένων αποσκευών: 50 δραχμές
Β’ ΘΕΣΗ: Επιβίβαση/Αποβίβαση Μ.Σ.Α.: 40 δραχμές
Γ’ ΘΕΣΗ: Επιβίβαση/Αποβίβαση Μ.Σ.Α.: 30 δραχμές
Για επιβάτες υπερωκεανείων γραμμών οι προαναφερόμενες αυξημένες κατά δέκα δραχμές σε όλες τις θέσεις.

Βάρκες και Μαουνόβαρκες
Οι Λεμβούχοι χωρίστηκαν αποκλειστικά σε όσους ήταν ιδιοκτήτες λέμβων επιβατών (έπαιρναν επιβάτες με βαλίτσα ή μπαούλο) και σε όσους κατείχαν μαουνόβαρκα προς μεταφορά αποκλειστικά εμπορευμάτων, οικιακών συσκευών και προμηθειών πλοίων. Οι μαουνολεμβούχοι λάμβαναν συνήθως 200 με 300 δραχμές για μια διαδρομή πλήρους φόρτωσης προς/από ένα πλοίο.

Προσφυγή αντί μαχαίρωμα
Μια σειρά κανονισμών προέβλεπε τις μεταξύ τους σχέσεις σε περίπτωση διένεξης. Πρώτα οι διαφωνίες λύνονταν με μαχαιρώματα και ξυλοδαρμούς. Καθορίστηκε η σειρά προσέλευσης στα πλοία που έφταναν στο λιμάνι. Μέχρι τότε οι ηλικιωμένοι λεμβούχοι επειδή δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν τους νεότερους στο κουπί και στην ταχύτητα της βάρκας ανέμεναν την άφιξη πλοίων στα ανοιχτά για να πιάσουν πρώτοι τους καλούς πελάτες. Άλλοι που δεν άντεχαν και έμεναν στις προβλήτες όταν εμφανίζονταν το πλοίο στον ορίζοντα χρησιμοποιούσαν κοντά κουπιά με μεγάλα τετράγωνα στα τελειώματα για να δίνουν μεγαλύτερη ταχύτητα. Ο νέος κανονισμός προέβλεπε σειρά αναμονής στην προβλήτα (όπως τα ΤΑΞΙ) οπότε ο μπροστινός στη σειρά έφευγε και πρώτος. Στην περίπτωση διαφωνίας προβλεπόταν προσφυγή στο σωματείο.

Ο αποδεκατισμός των Λεμβούχων
Η τάξη των Λεμβούχων στην κυριολεξία αποδεκατίστηκε, όταν το 1931 όλα τα πλοία “πλεύριζαν” πια στο λιμάνι. Η χρήση των λέμβων για την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών στα πλοία περιορίστηκε δραματικά. Οι περισσότεροι λεμβούχοι από τους 300 που υπήρχαν πριν το 1931 άλλαξαν επάγγελμα, ενώ οι 50 που απέμειναν, όφειλαν να εγγραφούν σε επαγγελματικό σωματείο και να πειθαρχούν στους κανονισμούς που αυτό επέβαλλε. Οι 50 Λεμβούχοι χρησίμευαν μόνο όταν όλες οι προβλήτες ήταν κατειλημμένες και τα πλοία έμεναν μακριά από τη στεριά, οπότε η αφιξαναχώρηση ήταν εφικτή μόνο με λέμβους.
Οι 250 Λεμβούχοι που αποχώρησαν έλαβαν από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου χρηματική αποζημίωση ύψους 20 – 30 χιλιάδες δραχμές για να μπορέσουν να αποκατασταθούν σε άλλα επαγγέλματα. Ωστόσο διαπιστώθηκε πως μόνο το 15 τοις εκατό από αυτούς κατάφεραν να ανοίξουν ένα καφενείο ή κάποια μπακαλοταβέρνα για να επιβιώσουν. Οι περισσότεροι λόγω ηλικίας -ήταν ήδη μεγάλοι- δεν κατάφεραν να αφομοιωθούν σε άλλο κλάδο και η τύχη τους ήταν άγνωστη. Πολλοί προσπαθούσαν για χρόνια να βρουν άλλη εργασία. Η προσπάθεια αυτή αποτυπώθηκε στο πασίγνωστο τραγούδι «Ο Αντώνης ο βαρκάρης» (1939), σε μουσική Σπύρου Περιστέρη και στίχους Μίνωα Μάτσα.
Περιγράφει έναν βαρκάρη που εγκαταλείπει τη ζωή του στο Πασαλιμάνι για να γίνει ταυρομάχος, ερμηνευμένο από τους Μάρκο Βαμβακάρη και Απόστολο Χατζηχρήστο.
Επαράτησε τη βάρκα στο λιμάνι
Κάτω στο Πασαλιμάνι
Τραγουδάει κι όλο πίνει
Ταυρομάχος πάει να γίνει
Πέρα από το γεγονός πως τόσο η μουσική όσο και οι στίχοι κρύβουν μια ενδιαφέρουσα ιστορία από την Ισπανία, για το οποίο οι δημιουργοί έμπλεξαν δικαστικά θα πρέπει να σημειωθεί το εξής: το τραγούδι κατέγραψε ως στέκι του Αντώνη του Βαρκάρη το Πασαλιμάνι και όχι το λιμάνι του Πειραιά. Γιατί άραγε;
Οι λεμβούχοι που ανέμεναν την πανσέληνο αντί για το πλοίο
Καθώς οι νέες προβλήτες του λιμανιού σπάνια άφηναν ακάλυπτα επιβατηγά πλοία οι λεμβούχοι τους στράφηκαν αλλού για την επιβίωσή τους.
Μεταφέρθηκαν στο λιμάνι της Ζέας (Πασαλιμάνι) ή στο Τουρκολίμανο όπου επιδίδονταν σε ρομαντικές βαρκάδες χάρη των ερωτευμένων ζευγαριών. Στο Τουρκολίμανο έκαναν τα ζευγάρια βόλτα γύρω από τη νησίδα Σταλίδα (Κουμουνδούρου) και είχαν μεγάλη πέραση ειδικά τις νύχτες με πανσέληνο.
Τα βαρκαδιάτικα είχαν πέσει στο ένα τάλαρο για μια βόλτα τετάρτου. Οι λεμβούχοι φυτοζωούσαν αυτό ήταν σίγουρο. Υπολογίστηκε πως ένας λεμβούχος επιβατών στο λιμάνι έβγαζε κάποτε από 400 έως 800 δραχμές την ημέρα. Μετά το 1931 οι λεμβούχοι με το ζόρι κατάφερναν να πιάσουν τις 40 με 50 δραχμές. Ο κόσμος την δεκαετία του ’50 και του ’60 τους θυμάται πλέον ως κάποιους γραφικούς ηλιοκαμένους ηλικιωμένους κύριους με μαύρα κασκέτα να ενοικιάζουν βαρκούλες στους γραφικούς όρμους του Πειραιά στα ζευγαράκια. Έτσι και ο Αντώνης ο Βαρκάρης στο Πασαλιμάνι δεν μπορούσε να επιβιώσει οπότε αναζητούσε οποιαδήποτε εργασία ακόμα και στο εξωτερικό! Φυσικά το τραγούδι ήταν ισπανικό στην αυθεντική του μορφή, όπως βρήκε απήχηση καθώς όλοι γνώριζαν εκείνη την δεκαετία τον αγώνα των βαρκάρηδων για εύρεση νέας εργασίας. Η δημοφιλία του ήταν δεδομένη!…