του Στέφανου Μίλεση, Συγγραφέα, Προέδρου Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς

Η μοίρα της Αικατερίνης Βαλασσοπούλου φαίνεται πως ήταν γραμμένο να συνδεθεί με τις μεγάλες στιγμές του Πειραιά από την πρώτη κιόλας ανάσα της. Γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1934, μια ημέρα που η πόλη ντύθηκε στα λευκά από μια πρωτοφανή χιονόπτωση, η οποία έμεινε χαραγμένη στα χρονικά. Ενώ στο σπίτι της οικογένειας Κομνηνού γιόρταζαν τον ερχομό της, λίγο πιο πέρα, στο Μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου, η ιστορία έγραφε το δικό της κεφάλαιο. Τα λαμπρά εγκαίνια της αίθουσας «Βαρώνου Κίμωνος Ράλλη», δύο ημέρες αργότερα, μετατράπηκαν σε μια απρόσμενη περιπέτεια: το χιόνι που συνέχιζε να πέφτει ήταν τόσο πυκνό που εγκλώβισε τους υψηλούς προσκεκλημένους —ανάμεσά τους και μέλη της βασιλικής οικογένειας— αναγκάζοντάς τους να διανυκτερεύσουν μέσα στο Μέγαρο.

Τον Φεβρουάριο του 1934 ο Πειραιάς γνώρισε μια μοναδική χιονόπτωση που καταγράφηκε ιστορικά

Συνάντηση με την Ιστορία: Αικατερίνη Βαλασσοπούλου

Η συνάντηση με την Αικατερίνη Βαλασσοπούλου δεν είναι απλώς μια συνέντευξη. Είναι μια χρονομηχανή που σε μεταφέρει στον αριστοκρατικό Πειραιά μιας άλλης εποχής. Η ίδια αποτελεί έναν από τους τελευταίους, πολύτιμους εκπροσώπους εκείνης της γενιάς που η μεταπολεμική ισοπέδωση δεν κατάφερε να αλλοιώσει. Με την εκλεπτυσμένη της ομιλία, την προσεγμένη εμφάνιση και την ευγένεια των τρόπων της, αποπνέει τον αέρα μιας πόλης που κάποτε διέθετε αληθινή αρχοντιά. Η Αικατερίνη δεν έμεινε μόνο στη σκιά της οικογενειακής δόξας, αλλά χάραξε τη δική της, λαμπρή πορεία. Διακεκριμένη ιατρός γυναικολόγος με διεθνή αναγνώριση στη Γαλλία, Πρόξενος επί τιμή της Ελλάδος στη Λυών και ιδρύτρια του εκεί Λυκείου Ελληνίδων, κατέκτησε κορυφές που θα απαιτούσαν έναν ολόκληρο τόμο για να εξιστορηθούν. Όμως, παρά τις δάφνες της στην Ευρώπη, η καρδιά της παρέμεινε πάντα αγκυροβολημένη στον Πειραιά.

Η Αικατερίνη Βαλασσοπούλου – Κομνηνού

Καθώς την ακούς να μιλά για τον παππού της, τον Αναστάσιο Κομνηνό, οι αναμνήσεις ζωντανεύουν με μια διαύγεια σχεδόν κινηματογραφική. Οι ιστορίες της ξεπηδούν μέσα από τους τοίχους του σπιτιού της οδού Καραΐσκου 103. Εκεί, το αρχοντικό του 1885 συνεχίζει να στέκει όρθιο, σχεδόν λειτουργικό, σαν ένας πέτρινος φρουρός της μνήμης. Σε πείσμα της αντιπαροχής και των άχαρων πολυκατοικιών που έπνιξαν την πειραϊκή γη και έκρυψαν τον ουρανό της, το σπίτι της Αικατερίνης παραμένει ένας ζωντανός οργανισμός, φυλάσσοντας μέσα του το άρωμα του «Ωρολογίου», τις προσευχές του Αγίου Νεκταρίου και το ήθος μιας οικογένειας που δεν λύγισε ποτέ.

Αναστάσιος Κομνηνός: Ο Άρχοντας του Συμβόλου της Πόλης

Προς το τέλος του 19ου αιώνα, ένας νέος από τα Κύθηρα, ο Αναστάσιος Κομνηνός, αποβιβαζόταν στον Πειραιά φέρνοντας μαζί του ένα όραμα που θα τον καθιστούσε σύντομα πρωταγωνιστή της τοπικής ζωής. Η ένωσή του με τη Μεταξία Χατζηπαναγιώτη, κόρη πλοιοκτητών και απογόνων της Επανάστασης του ’21 από το αρχοντικό Λεωνίδιο, σφράγισε μια πορεία που συνδύαζε τη νησιωτική ορμή με την αστική ευγένεια. Το σπίτι που αγόρασαν στην οδό Καραΐσκου 100 (σημερινή 103), ένα κτίσμα του 1885, έγινε η βάση μιας δυναστείας που θα ταυτιζόταν με την εξέλιξη της πόλης. Όμως, το μεγάλο του κατόρθωμα ήταν η λειτουργία του σπουδαιότερου καφενείου-ζαχαροπλαστείου της εποχής. Στεγασμένο στο ισόγειο του «Ωρολογίου», του κτιρίου-συμβόλου που αργότερα έγινε το Δημαρχείο του Πειραιά, το κατάστημα του Κομνηνού δεν ήταν απλώς μια επιχείρηση. Βρισκόταν στο πιο κομβικό σημείο: αντίκρυ στη Βασιλική Αποβάθρα, εκεί που η θάλασσα συναντούσε την ξηρά, και μπροστά από τον Τινάνειο Κήπο.

Δικαιωματικά, η επωνυμία «ΩΡΟΛΟΓΙΟΝ» έγινε συνώνυμη της κοινωνικής ζωής. Εκεί χτυπούσε ο σφυγμός της οικονομίας, εκεί λαμβάνονταν οι πολιτικές αποφάσεις και εκεί διασταυρώνονταν οι προσωπικότητες του πνεύματος. Η αίγλη του ήταν τέτοια, ώστε όσα διαμείβονταν στα τραπέζια του την προηγούμενη νύχτα, αποτελούσαν την επόμενη μέρα πρωτοσέλιδα στις τοπικές εφημερίδες. Ο Αναστάσιος Κομνηνός δεν ήταν απλώς ένας ιδιοκτήτης, ήταν ο οικοδεσπότης του κέντρου του Πειραιά, ο άνθρωπος που κατάφερε να κάνει ένα καφενείο τον καθρέφτη ολόκληρης της πόλης.

Ο Αναστάσιος Κομνηνός (Κομηνός παλαιότερη γραφή) διετέλεσε μεταξύ άλλων και Πρόεδρος Καφεπωλών Πειραιώς το 1914

Το «Ωρολόγιον» ως Σκηνή της Πόλης

Όταν ο Αναστάσιος Κομνηνός εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και απέκτησε το «Ωρολόγιον», δεν περιορίστηκε στη σιγουριά της προνομιακής του θέσης κάτω από το Δημαρχείο. Το ανήσυχο πνεύμα του τον ώθησε να μεταμορφώσει το καφενείο σε έναν ζωντανό πυρήνα τέχνης και κοσμοπολίτικης αύρας. Τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού, ο Τινάνειος Κήπος μεταμορφωνόταν υπό την καθοδήγησή του. Τα τραπεζοκαθίσματα που άπλωναν οι σερβιτόροι ανάμεσα στα δέντρα, δεν ήταν παρά οι θέσεις μιας υπαίθριας θεατρικής σκηνής.

Καρέκλα του καφενείου ΩΡΟΛΟΓΙΟΝ έχοντας στη ράχη της χαραγμένο το “Κ” (Κομνηνός). Αν υπήρχε Μουσείο Πόλεως Πειραιώς θα έπρεπε να αποτελεί βασικό έκθεμά του από τη ιστορική πορεία της σύγχρονης αστικής κοινωνικής ζωής.

Οι εφημερίδες της εποχής γέμιζαν με αναγγελίες για το πρόγραμμα του «Ωρολογίου»: από θεατρικά δρώμενα και συναυλίες κλασικής μουσικής μέχρι φαντασμαγορικά θεάματα με πυροτεχνήματα που φώτιζαν τον πειραιώτικο ουρανό, προσελκύοντας πλήθη κόσμου που αναζητούσαν μια ανάσα πολιτισμού δίπλα στη θάλασσα. Η φιλαρμονική του Δήμου Πειραιά κατέβαινε στον κήπο καθημερινώς ενώ υπήρξε ημέρα που μέχρι και αερόστατο απογειώθηκε με πρωτοβουλία του Κομνηνού.

Η φιλοδοξία του Αναστασίου δεν σταμάτησε εκεί. Ανέλαβε τη διαχείριση των δύο κομψών περιπτέρων, των κιοσκιών που δέσποζαν μέσα στον κήπο, προκειμένου να στεγάσει μόνιμα μουσικά σχήματα. Εκεί, μέσα στον “κόσμο” του Τινάνειου κήπου, η μουσική γινόταν το μόνιμο φόντο της καθημερινότητας, κάνοντας το «Ωρολόγιον» το απόλυτο καλλιτεχνικό κέντρο της πόλης στις αρχές του 20ου αιώνα.

Το Ωρολόγιον δέσποζε στην κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και οικονομική ζωή της πόλης Ανάμεσα στην Βασιλική Αποβάθρα και στον Τινάνειο Κήπο το καφενείο γνώρισε στιγμές πανελλήνιας ιστορικής σημασίας. Αφίξεις Πρωθυπουργών, Βασιλέων, Πριγκίπων, Προέδρων Ελλήνων και ξένων. Η Βασιλική Αποβάθρα υποδεχόταν όλες τις προσωπικότητες της εποχής. Αριστερά στον Τινάνειο διακρίνεται το ένα κιόσκι από όπου παιάνιζαν οι διάφορες φιλαρμονικές και ορχήστρες.

Η ατυχής συνεργασία Κομνηνού – Διακάκη

Ο Κομνηνός προσπάθησε να εισέλθει παράλληλα με την επιχείρηση “Ωρολόγιον” και στο χώρο της εμπορικής ναυτιλίας. Συνεργάστηκε ως μέτοχος στην ναυτιλιακή εταιρεία που είχε ιδρύσει και λειτουργούσε ο εφοπλιστής Αναστάσιος Διακάκης. Ο Διακάκης είχε διαγράψει μια σημαντική πορεία αγοράζοντας πρώτα το “Λαύριο”, ύστερα το “Πειραιεύς”, το οποίο διαδέχθηκε το πλοίο “Κεφαλληνία”. Ακολούθησαν τα “Πριγκίπισσα Σοφία”, “Βασίλισσα Όλγα”, με τελευταίο το “Στέφανος Στρέητ”.

Όμως συνέβη ένα σοβαρό περιστατικό που παρολίγον να κλονίσει για πάντα την επαγγελματική πορεία του Κομνηνού. Ο Αναστάσιος Διακάκης το 1908 αυτοκτόνησε! Οι εφημερίδες απέδωσαν την αυτοκτονία στη σύγκρουση που είχε προηγηθεί του πλοίου “Στέφανος Στρέϊτ” με το αντιτορπιλικό “Δόξα”. Η σύγκρουση συνέβη με υπαιτιότητα του εμπορικού πλοίου του Διακάκη με αποτέλεσμα την επιδίκαση αποζημίωσης που άγγιζε τις 150 χιλιάδες δραχμές. Ακόμα, ο Λαρισαϊκός σιδηρόδρομος είχε καταστήσει ζημιογόνες τις γραμμές Ευβοϊκού μεταξύ των οποίων ήταν και του Διακάκη. Το ατύχημα με το ατμόπλοιο “Στέφανος Στρέιτ” δεν ήταν το μοναδικό. Το “Βασίλισσα Σοφία” είχε προσαράξει στην Αιδηψό, ενώ το “Κεφαλληνία” προσάραξε στην Ύδρα. Ο Διακάκης ύστερα από όλα αυτά είχε κλονιστεί. Είχε ήδη προσπαθήσει να πέσει στη θάλασσα από την εξέδρα του Νέου Φαλήρου, αλλά η αποτυχημένη απόπειρά του είχε κρατηθεί μυστική ακόμα και από τον συνεργάτη του Κομνηνό.

Οι δύο οικογένειες Κομνηνού και Διακάκη έδωσαν συνάντηση να βρεθούν ένα απόγευμα στην οικία Διακάκη που βρισκόταν στη γωνία Αιγέως (σημ. Δευτέρας Μεραρχίας) και Νοταρά. Το κτήριο ήταν τριώροφο και η οικογένεια Διακάκη ζούσε στον τρίτο όροφο. Ενώ το προσωπικό της οικίας σέρβιρε σαμπάνια ο Διακάκης ήταν απών. Άρχισαν να τον αναζητούν εντός του κτηρίου μέχρι που τον βρήκαν απαγχονισμένο στην ταράτσα του. Μετά την αυτοκτονία του Διακάκη, έγιναν γνωστά τα χρέη της εταιρείας. Εκτός των 150 χιλιάδων δραχμών προς το ελληνικό δημόσιο, υπήρχαν οφειλές ακόμα 150 χιλιάδων δραχμών από προμήθεια κάρβουνου, 80 χιλιάδων προς επιχειρηματίες της Σύρου και άλλες μικρότερες οφειλές.

Ο Κομνηνός βρέθηκε ως μέτοχος της εταιρείας να είναι σημαντικός οφειλέτης. Η οικογένεια Διακάκη, αποτελούμενη από την χήρα με έξι παιδιά -εκ των οποίων τα τρία κορίτσια- έμεινε χρεοκοπημένη, ενώ τα μαλλιά του Κομνηνού άσπρισαν εκείνη τη νύχτα! Ντρεπόταν τον πεθερό του καθώς ένα μέρος χρημάτων που είχε χάσει ανήκε στη σύζυγό του. Το αποκορύφωμα της ατυχίας που τους καταδίωκε ήταν πως την ώρα της κηδείας του Διακάκη, ένα πλοίο του, το “Κεφαλληνία” εισερχόμενο στο λιμάνι του Πειραιά προσέκρουσε επί τους λιμενοβραχίονα παθαίνοντας σημαντική αβαρία.

Ο Κομνηνός με μόνα έσοδα προερχόμενα από το καφενείο “Ωρολόγιον”, αγωνίστηκε σκληρά για να πληρώσει τις οφειλές. Προσπάθησε να πάρει αρχικά δάνειο, αλλά καμία τράπεζα δεν του έδινε. Όταν ο ίδιος κατάφερε μέσα από το “Ωρολόγιον” να αποπληρώσει τα χρέη του, αποφάσισε να παραμείνει αφοσιωμένος σε αυτό.

Η οικία Κομνηνού επί της Καραΐσκου 103 συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί στην εστία της ιστορικής οικογένειας. Κατασκευάστηκε το 1885 αλλά την δεκαετία του ’30 “εκσυγχρονίστηκε” σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής

Η οικογένεια Κομνηνού

Έχοντας πλέον σταθεροποιήσει τη λειτουργία του καφενείου ο Κομνηνός επικεντρώθηκε στην οικογένεια. Το ζεύγος Αναστασίου Μεταξίας, απέκτησε τέσσερα παιδιά την Μαρία, τον Νότη, τον Δημήτριο και την Ελένη.

Η Μαρία Κομνηνού αργότερα θα παντρευτεί τον δικηγόρο Σπάρτης Φρίξο Βαλασόπουλο προερχόμενο από μεγάλη οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο ιατρός Ιωάννης Βαλασσόπουλος που διετέλεσε μεταξύ άλλων και υπουργός. Παιδιά της Μαρίας Κομνηνού και του Φρίξου Βαλασσόπουλου είναι η Αικατερίνη στην οποία χρωστάμε την καταγραφή των πληροφοριών και ο αδελφός της Ιωάννης.

Η θύρα της οικίας Κομνηνού με τα αρχικά ΑΚ (Αναστάσιος Κομνηνός)

Ο Νότης Κομνηνός θα τελειώσει το Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Όταν ο πατέρας του Αναστάσιος τον ρώτησε να διαλέξει ανάμεσα σε ένα αυτοκίνητο ή ένα ταξίδι στις ΗΠΑ εκείνος επέλεξε το δεύτερο. Έτσι βρέθηκε να εργαστεί δίπλα στον διάσημο Έλληνα ομογενή της Αμερικής Σπύρο Σκούρας(1893–1971) ο οποίος υπήρξε ο πιο ισχυρός Έλληνας στην ιστορία του Χόλιγουντ. Νότης Κομνηνός κατέλαβε τη θέση του διευθυντή στην κινηματογραφική του εταιρεία.

Η εσωτερική κλίμακα της οικίας

Ο Δημήτριος Κομνηνός θα τελειώσει εμπορικές επιστήμες στο Μόναχο και θα καταπιαστεί με την εξαγωγή ειδών από την Ελλάδα στο Γερμανία. Κατά την διάρκεια της κατοχής θα δεχθεί την επίσκεψη Γερμανών στο Καστρί όπου η οικογένεια εκείνη την περίοδο βρισκόταν. Οι Γερμανοί του ζήτησαν να συνεχίσει την εξαγωγή των ειδών που εμπορευόταν προς την Γερμανία καθώς ην είχε διακόψει. Ο Δημήτριος Κομνηνός θα αρνηθεί λέγοντας πως δεν ήταν δυνατόν να εμπορεύεται με τους κατακτητές της πατρίδας του. Μάλιστα αρνήθηκε να συνδιαλλαχτεί μαζί τους στη γερμανική γλώσσα. Αποτέλεσμα ήταν να δεχθεί ισχυρό χτύπημα με τον υποκόπανο του όπλου στο πρόσωπο. Έπαθε έμφραγμα και λίγο αργότερα, το 1942 πέθανε.

Η είσοδος της οικίας Κομνηνού

Τέλος η Ελένη Κομνηνού, γνωστή ως Λέλα, θα μεταβεί για σπουδές στην Γαλλία όπου και παρέμεινε, χωρίς όμως να δημιουργήσει οικογένεια. Επέστρεψε αργότερα στο σπίτι της Καραΐσκου όπου πέθανε. Η Λέλα υπήρξε άνθρωπος με θέρμη και ενσυναίσθηση, στήριξε την οικογένεια αλλά και τους αναξιοπαθούντες που προσέφευγαν όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το σαλόνι της οικίας Κομνηνού

Η Ανοιχτή Πόρτα της Καραΐσκου 103

Ο Αναστάσιος Κομνηνός δεν ήταν απλώς ένας επιχειρηματίας του Πειραιά, αλλά ένας άνθρωπος με ανοικτούς ορίζοντες. Η καθημερινότητά του ήταν μια ιεροτελεστία προσφοράς, που ξεκινούσε κάθε πρωί με την ίδια διαδρομή: από το σπίτι της οδού Καραΐσκου 100 (τη σημερινή 103) στην Αγία Τριάδα για ένα κερί, και από εκεί στους δρόμους της πόλης.

Σε μια εποχή που ο Πειραιάς βούλιαζε από τον πόνο της Μικρασιατικής Καταστροφής, ο Αναστάσιος μετέτρεψε το σπίτι του σε καταφύγιο. Όποιον πρόσφυγα συναντούσε στον δρόμο του, τον έστελνε πίσω στην Καραΐσκου για να καθαριστεί και να ξαποστάσει. Δεν ήταν ανάγκη να του ζητήσουν βοήθεια ή ελεημοσύνη, μόνος εκείνος προσέφερε ό,τι μπορούσε. Πίσω στο σπίτι τους περίμενε η κόρη του, Λέλα η οποία με τον εύθυμο χαρακτήρα της προσπαθούσε να γλυκάνει τη δυστυχία τους. Τους υποδεχόταν, τους φρόντιζε και τους έδινε καθαρά ρούχα, παπούτσια και τρόφιμα, σχολιάζοντας πάντα με το αστείρευτο χιούμορ της: «Η καταστροφή της Σμύρνης έφερε και την καταστροφή της Λέλας…». Ουσιαστικά όμως, ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε για τους πρόσφυγες που κατεύθυνε διαρκώς ο πατέρας της Αναστάσιος στο σπίτι και πάντα τους υποδεχόταν και τους φρόντιζε με τον μοναδικό της τρόπο.

Αυτό το σπίτι, που στέκει ακόμα και σήμερα όρθιο, κουβαλάει μέσα στους τοίχους του και μια ευλογία μοναδική. Στα δωμάτιά του διανυκτέρευε ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης, όταν εξασθενημένος από την αρρώστια ταξίδευε στον Πειραιά για τις ιατρικές του εξετάσεις. Ο Αναστάσιος τον υποδεχόταν με δέος, προσφέροντάς του όχι μόνο στέγη, αλλά και τη χρηματική ενίσχυση που χρειαζόταν για την ιατρική του περίθαλψη. Έτσι, η ιστορία της οικογένειας Κομνηνού δεν γράφτηκε μόνο με καφέδες και συζητήσεις στο «Ωρολόγιο», αλλά με το νερό που έπλυνε τους κυνηγημένους και τη σιωπηλή γενναιοδωρία προς έναν Άγιο, σφραγίζοντας την ταυτότητα της οδού Καραΐσκου ως έναν τόπο βαθιάς ανθρωπιάς.

Η οικογένεια Βαλασσόπουλου – Κομνηνού στον βομβαρδισμό του Πειραιά

Το μεσημέρι της 11ης Ιανουαρίου του 1944, ο ήλιος έλουζε τον Πειραιά με μια απρόσμενη καθαρότητα, σαν να ήθελε να προβάλει με κάθε λεπτομέρεια το σκηνικό που θα ακολουθούσε. Η Αικατερίνη Βαλασσοπούλου είχε μόλις αποχαιρετήσει την Ελληνογαλλική Σχολή, αφήνοντας πίσω της τους τοίχους που λίγα λεπτά αργότερα θα γίνονταν συντρίμμια, και κατευθυνόταν προς το σπίτι της, στην οδό Καραΐσκου 103. Η πόλη βρισκόταν σε εκείνη τη γλυκιά αναμονή του μεσημεριανού γεύματος, με την οικογένεια να συγκεντρώνεται σιγά-σιγά γύρω από το τραπέζι.

Η Ελληνογαλλική Σχολή Καλογραιών Ελ. Βενιζέλου και Φίλωνος την δεκαετία του 1970

Η ηρεμία διαλύθηκε απότομα από τον ανατριχιαστικό ήχο των σειρήνων. Μέσα στο σπίτι, η αναστάτωση ήταν ακαριαία. Η οικογένεια εγκατέλειψε τον πρώτο όροφο και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα υπηρεσίας προς το ισόγειο, αναζητώντας απεγνωσμένα προστασία. Όμως ο χρόνος είχε πια συμπιεστεί. Πριν προλάβουν να πατήσουν το τελευταίο σκαλοπάτι, ο κόσμος γύρω τους άρχισε να ανατινάζεται. Οι βόμβες έπεφταν στα διπλανά σπίτια με εκκωφαντικό θόρυβο, μετατρέποντας το φως του ήλιου σε ένα πνιγηρό, γκρίζο σκοτάδι από σκόνη και καπνό.

Μέσα στην αυλή, ο ουρανός έμοιαζε να βρέχει πέτρες. Τεράστιοι ογκόλιχοι, αποσπασμένοι από τα γειτονικά κτίρια, εκσφενδονίζονταν στον αέρα και προσγειώνονταν με πάταγο στο χώμα, ενώ χαλάσματα έπεφταν πάνω στα κεφάλια τους καθώς προσπαθούσαν να βρουν τον δρόμο τους. Η ορατότητα είχε χαθεί, η Αικατερίνη και ο αδελφός της Ιωάννης δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλο, παρά μόνο ένιωθαν την παρουσία των δικών τους μέσα στον πανικό.

Όταν τελικά έφτασαν στο ισόγειο, το μόνο που απέμενε ήταν η προσευχή. Το σπίτι έτρεμε συθέμελα, οι τοίχοι άνοιγαν σε βαθιές ρωγμές και τα παραθυρόφυλλα θρυμματίζονταν από τις δονήσεις. Όταν η βοή σταμάτησε, η σιωπή που ακολούθησε ήταν εξίσου τρομακτική. Η σιδερένια εξώθυρα, παραμορφωμένη από την πίεση των εκρήξεων, είχε φρακάρει, εγκλωβίζοντάς τους μέσα. Έξω, στους δρόμους του κέντρου, το τοπίο είχε αλλάξει για πάντα: το νερό από τους σπασμένους σωλήνες κυλούσε σε ανεξέλεγκτα ρυάκια ανάμεσα στα ερείπια, σαν ένας θλιβερός αποχαιρετισμός στην πόλη που γνώριζαν μέχρι εκείνη την ώρα.

Η Μαρία Βαλασσόπουλου αναλαμβάνει το “Νέο Ωρολόγιον”

Μετά τον θάνατο του Αναστασίου Κομνηνού το 1934, τα ηνία πήρε ο γιος του Δημήτριος, μέχρι που έφτασε ο πόλεμος και η κατοχή επέβαλαν. Ο θάνατος του Δημητρίου το 1942 σφράγισε μια εποχή, και για χρόνια το ισόγειο του Δημαρχείου φιλοξενούσε ξένες προς την παράδοσή του υπηρεσίες. Η αναγέννηση ήρθε το 1952 από τα χέρια της Μαρίας Βαλασσοπούλου, κόρης του Αναστασίου. Το καφενείο λειτούργησε ξανά ως «Νέο Ωρολόγιον». Ήταν πλέον πιο περιορισμένο, στερημένο από τα τραπεζοκαθίσματα στον Τινάνειο Κήπο, καθώς η νέα Λεωφόρος Μιαούλη είχε πια παρεμβληθεί ανάμεσά τους. Η Μαρία κράτησε το καφενείο ζωντανό για δεκάξι χρόνια, μέχρι το 1968, όταν οι μπουλντόζες κατεδάφισαν το Δημαρχείο, γκρεμίζοντας μαζί του και μια ολόκληρη εποχή της πειραϊκής ζωής.

Η Μαρία Βαλασσόπουλου η οποία θα κρατήσει μόνη της μεταπολεμικά την ιστορική επιχείρηση
Το καφενείο – ζαχαροπλαστείο ΝΕΟΝ ΩΡΟΛΟΓΙΟΝ λειτούργησε από το 1952 έως το 1968 που το δημαρχείο κατεδαφίστηκε από την Μαρία Βαλασσοπούλου

Πίσω όμως από την ιστορία της επιχείρησης, κρυβόταν μια παλαιότερη προσωπική ιστορία που φανέρωνε το ήθος της οικογένειας. Χρόνια πριν, η Μαρία, ως ταλαντούχα μαθήτρια του Ωδείου Πειραιώς, κλήθηκε να δώσει εξετάσεις για μια θέση εργασίας. Αντίπαλός της ήταν η Κούλα Διακάκη, η κόρη του εφοπλιστή που κάποτε είχε την ατυχή κατάληξη συνεργασίας με τον πατέρα της. Η Μαρία, παρότι είχε ανάγκη, επέλεξε να μην εμφανιστεί στις εξετάσεις καθώς σκέφτηκε: «Είμαι καλύτερη από την Κούλα και θα προσλάβουν εμένα. Όμως εκείνη είναι ορφανή και η οικογένειά της έχει χρεοκοπήσει· έχει μεγαλύτερη ανάγκη αυτή τη θέση από ό,τι εγώ». Ήταν μια πράξη ανωτερότητας που απέδειξε ότι, παρά τις οικονομικές καταστροφές και τους πολέμους, η αξιοπρέπεια της οικογένειας Κομνηνού παρέμενε το πιο στέρεο οικοδόμημά της.

Η Αικατερίνη Βαλασσοπούλου ύστερα από έναν γεμάτο περιπέτεια και επιτυχίες κύκλο ζωής ζει στη γενέθλια πόλη της στο ίδιο σπίτι που στην εξώθυρα φέρει τα αρχικά του ιδρυτού της “ΑΚ”, Αναστάσιος Κομνηνός. Συνεχιστές της οικογενειακής πορείας είναι τα δύο της παιδιά. Ο Ιωάννης Πέτρος Imper Βαλασσόπουλος, ιατρός αντινολόγος και η Μαρία Ελένη (Λέλα) Imper Βαλασσοπούλου, πτυχιούχος κρατικού διπλώματος νοσηλευτικής στη Γαλλία.

Διαβάστε επίσης:

Η καταστροφή της Ελληνογαλλικής Σχολής Πειραιά Jeanne D’ Arc από το βομβαρδισμό του 1944 

Author

Ο Στέφανος Μίλεσης είναι συγγραφέας με εξειδίκευση στην επιχειρηματική ιστοριογραφία (MSc στην Διοίκηση Επιχειρήσεων). Από νωρίς καταπιάστηκε όμως και με τη μελέτη της αστικής ηθογραφίας και λαογραφίας, τις αστικές παραδόσεις, την τοπική και ναυτική ιστορία.