του Στέφανου Μίλεση
Μπήκα με σεβασμό στο σπίτι του Άγγελου Βογάσαρη. Έφτασα στο γραφείο του. Κοίταξα ολόγυρα κι αντίκρισα τον ίδιο περίγυρο μέσα στον οποίο για περισσότερο από εξήντα χρόνια ο λογοτέχνης Άγγελος Βογάσαρης είχε επιδοθεί σε μια ακατάπαυστη πνευματική δημιουργία. Η θέση του στεκόταν στη μια άκρη ενός δωματίου ορφανή, αδειανή, έρημη. Πάνω στην επιφάνεια του γραφείου κάποια τσιγάρα βιαστικά σβησμένα σε ένα ξέχειλο από αποτσίγαρα τασάκι. Δίπλα προσκλήσεις θεατρικών παραστάσεων, προγράμματα, ατζέντες και σκέψεις αποτυπωμένες σε στοίβες χαρτιών. Ο χρόνος θα έλεγα ότι πάγωσε αφήνοντας το περιβάλλον απείραχτο, απαράλλαχτο. Ολόγυρα φράσεις ατέλειωτες, λέξεις σκαρφαλωμένες στις γωνίες μικρών ή μεγάλων αποκομμάτων χαρτιών. Συλλογισμοί της στιγμής, ονόματα ανθρώπων, τηλέφωνα στην πίσω πλευρά άδειων πακέτων τσιγάρων. Από εκείνα που κατά κόρον χρησιμοποιούσαν ως πρόχειρα σημειωματάρια οι καπνιστές μια άλλης εποχής.

Φάκελοι που στην πρόσοψη με κεφαλαία γράμματα προσδιόριζαν το περιεχόμενό τους. «Αιμίλιος Βεάκης», «Κατίνα Παξινού», «Λάμπρος Πορφύρας». Μέσα τους κιτρινισμένα από το χρόνο αποκόμματα εφημερίδων. Κάθε απόκομμα τακτοποιημένο στον ανάλογο φάκελο. Οι μεγάλοι αυτοί Πειραιώτες προφανώς θα αποτελούσαν τα επόμενα έργα του. Επιθυμίες που έμειναν ανεκπλήρωτες. Είχα φροντίσει πριν από την επίσκεψή μου στο σπίτι του, στην οδό Αριστοτέλους, σε εκείνη την μικρή πάροδο, στο κέντρο του Πειραιά, να μάθω πρώτα όσα μπορούσα περισσότερα για έναν άνθρωπο, που όταν ακόμα βρισκόταν εν ζωή, είχε συγγράψει περισσότερα από έντεκα λογοτεχνικά έργα, εκ των οποίων τα δύο είχαν γίνει θεατρικές παραστάσεις. Εξήντα χρόνια λογοτεχνικής δημιουργίας που περιλάμβαναν διαλέξεις, παρουσιάσεις, αφιερώματα, μέχρι ραδιοφωνικές θεατρικές παραγωγές που όμως δεν διασώθηκαν. Στο ραδιόφωνο ο Βογάσαρης είχε δημιουργήσει την ραδιοφωνική σκηνή στο Πρώτο και στο Δεύτερο Πρόγραμμα της κρατικής ραδιοφωνίας ανεβάζοντας ραδιοφωνικά έργα με σκηνοθέτες και άλλους επώνυμους όπως τον Μάριο Πλωρίτη ή τον Αρτέμη Μάτσα με τους οποίους έκτοτε συνδεόταν με ειλικρινή φιλία.

Για τον λογοτέχνη Βογάσαρη είχαν γράψει δεκάδες σπουδαία ονόματα του χώρου όπως ο Χρήστος Λεβάντας, ο π. Γεώργιος Πυρουνάκης, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, η Άννα Συνοδινού, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και πολλοί άλλοι. Ωστόσο είχα αποφασίσει να γράψω κι εγώ ένα μικρό αφιέρωμα για τον άνθρωπο Βογάσαρη. Τον είχα ακούσει για πρώτη φορά όταν μαθητής Λυκείου ακόμα, στο Δεύτερο Αρρένων Πειραιά στη συνοικία Βρυώνη, με είχε φέρει σε επαφή ένας σπουδαίος καθηγητής φιλολογίας ο Γεώργιος Βελουδάκης (αρχαιολόγος) που ήταν ένας από τους στενούς του φίλους. Μέσω του Βελουδάκη ήρθα σε επαφή με τον Βογάσαρη κι έμαθα για τον κόσμο του, τις ευαισθησίες του, εκείνα που τον έλκυαν αλλά και για εκείνα που τον τυραννούσαν. Επέλεξα λοιπόν να γράψω εισβάλονας στον προσωπικό του κόσμο, όχι λεηλατώντας τον, αλλά προσεγγίζοντάς τον με κίνητρο την αγάπη. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος έγραψε στο βιβλίο του για τον Καρυωτάκη, όταν ξεκινήσεις να γράψεις για τη ζωή ενός ανθρώπου, πρέπει να το κάνεις πάντα από αγάπη για αυτόν.
Ακόμα κι ο πιο ψυχρός επιστήμονας, είτε φιλόλογος, είτε όχι, όπως κι ο αισθαντικότερος λογοτέχνης, με τον δικό του τρόπο θα πρέπει να εκδηλώνει την αγάπη του για τον άνθρωπο. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα πίσω από τη θολή «κουρτίνα» μιας κριτικής, που δεν εκφράζει κανέναν άλλο, παρά μόνο την άποψη εκείνου που την ασκεί, να μολύνει τη μνήμη, να διασύρει το όνομα, να εκθέσει το πρόσωπο. Αν και η αποτύπωση στο χαρτί των σκέψεων, των αισθημάτων, των ιδεών ενός λογοτέχνη φαίνεται να τον κάνει περισσότερο ευάλωτο στην κριτική κάποιων, ωστόσο στο τέλος αυτές οι σκέψεις είναι που του χαρίζουν την αφθαρσία, την αιωνιότητα. Ο Βογάσαρης άλλωστε είχε κι αυτός πικραθεί από τέτοιου είδους κριτικές, από φιλικά μαχαιρώματα, από δήθεν συντροφικά χτυπήματα της πλάτης.

Στη ζωή, κατά την ταπεινή μου πάντοτε άποψη, υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Εκείνοι που δρουν και εκείνοι που αντιδρούν.
Στην πρώτη κατηγορία έχουν την τιμή να ανήκουν μόνο οι δημιουργοί. Αυτοί που ακατάπαυστα βρίσκονται πλημμυρισμένοι από μια έκρηξη ιδεών, αισθημάτων και έκφρασης, αυτοί που εναγώνια αναζητούν να αποτυπώσουν τις σκέψεις στους στο χαρτί. Άλλοτε με λέξεις, άλλοτε στίχους κι άλλοτε με τη φιλοτέχνηση ζωγραφικών ή εικαστικών έργων. Ακούραστοι πάντα, τρέχουν δώθε κείθε αναζητώντας ιδέες, ερεθίσματα, εικόνες. Ταξιδεύουν, φωτογραφίζουν, γράφουν, καταγράφουν, γεύονται, δοκιμάζουν. Συλλέκτες εμπειριών, τέτοιοι καλλιτέχνες απελευθερώνονται μόνο με την καταβολή λύτρων. Και τα λύτρα είναι οι ίδιες οι λέξεις, οι φράσεις, οι γραμμές των σχεδίων που απλώνονται σε μια λευκή σελίδα και τη γεμίζουν από πάνω έως κάτω. Κάθε γέμισμα, κάθε συμπλήρωση, κάθε στίχος και μια λυτρωτική πράξη για τον δημιουργό, που νιώθει να σέρνει πίσω του μικρότερο φορτίο. Η δική τους δράση, αποτελεί ευλογία δημιουργίας και είναι σφοδρότερη της αντίδρασης.

Στην δεύτερη κατηγορία δυστυχώς, ανήκουν οι άνθρωποι που σε όλη τους την πορεία αντιδρούσαν. Στείροι σε αισθήματα, επιδίδονται με σφοδρότητα στη μασκαρεμένη κριτική, πιστεύοντας ότι έτσι θα μπορέσουν να μειώσουν ή να ανακόψουν το έργο του δημιουργού. Κοιτάνε να τον πικράνουν, να του γνωστοποιήσουν χαιρέκακα κάτι που, κάποιος, κάπου, κάποτε, ξεστόμισε σε βάρος του. Εκτιμούν ότι γνωρίζουν περισσότερα από τον κρινόμενο, κι έτσι πιστεύουν πως αποκτούν αυτοδικαίως το δικαίωμα του κριτή. Στέκονται στην άκρη του στίβου και κρίνουν εκείνους που αγωνίζονται. Βρίσκουν ελαττώματα, ελλείψεις, κάνουν διορθώσεις, συμβουλεύουν. Μιλούν σε τρίτους δήθεν εμπιστευτικά, αναφέροντας “μυστικά” που είναι πάντα κακόβουλα κατά εκείνου που φθονούν.

(Άγγελου Γ. Βογάσαρη, Καθηγητή Φιλολόγου)
Κριτική και ψυχολογική βιογραφία, Εκδόσεις «Πρωτεύς», Πειραιάς 1957.
(Εισαγωγικό σημείωμα από τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρο της Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών Στέλιο Σπεράντζα).
Ποτέ στη ζωή μου δεν επιδίωξα να ασκήσω κριτική στο έργο κανενός. Γνωρίζω σημαντικά γεγονότα από το παρελθόν της οικογένειας Βογάσαρη και πώς το παρελθόν αυτό διαμόρφωσε το χαρακτήρα του Άγγελου. Έχοντας κατά νου αυτές τις σκέψεις, έπιασα να γράψω δύο λόγια για τον άνθρωπο Βογάσαρη, που με μοναδικό κίνητρο την αγάπη δημιουργούσε μέχρι το τέλος. Αγάπη για την ελευθερία, αγάπη για την ανεξαρτησία, αγάπη για τους καταπιεσμένους ανθρώπους, για εκείνους που η μοίρα τους στέρησε τα αυτονόητα. Κι ο Βογάσαρης ερμήνευε τις κρυφές σκέψεις των πρωταγωνιστών του, ασχολήθηκε με τα πάθη τους, μίλησε για τη ζωή τους με μόνο γνώμονα την αγάπη.
Όταν καταπιάστηκε με τον Καρυωτάκη έγραψε «ας μη νομίσει κανείς πως ύστερα από τόσα χρόνια θέλω να ταράξω την γαλήνη της ταλαιπωρημένης του ψυχής…». Αλλά και για τον Κάλβο «τον αγάπησα, με συγκίνησε σαν άνθρωπος, σαν τραγικό σύμβολο».

Κριτική και ψυχολογική βιογραφία. Αθήνα 1968 (Δεύτερη έκδοση, «Βάκων», 1969).
Ο Βογάσαρης σε όλα του τα έργα πραγματεύτηκε την ελευθερία, πάντα όμως ιδωμένη από το πρίσμα της αγάπης. Όταν ο άνθρωπος ζει και κινείται σε ένα περιβάλλον που για κάθε ενέργειά του προϋποθέτει άδεια κράτους, τον έλεγχό του, τη συμπεριφορά του, τις κινήσεις του, τότε το περιβάλλον αυτό σαφώς και είναι τυραννικό. Η τυραννία στο όνομα της ασφάλειας είναι η χειρότερη όλων. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα τα κράτη, οι κυβερνήσεις, οι έχοντες στα χέρια τους την τύχη αυτού του κόσμου, πάντα έβρισκαν αιτίες και αφορμές για επιβολή ελέγχου. Ήταν οι πόλεμοι, οι επαναστάσεις, οι κοινωνικές αντιδράσεις, οι ιδεολογίες, τα κέρδη, οι συνθήκες, οι θρησκείες, το εμπόριο, οι εξωτερικοί εχθροί, οι εσωτερικοί κίνδυνοι ήταν.. ήταν… Και η λίστα των αφορμών για έλεγχο του ανθρώπου ολοένα και εμπλουτιζόταν, ολοένα και συνεχίζει να εμπλουτίζεται. Κατά των αντιδραστικών υποτίθεται ότι λαμβάνονταν μέτρα, τα οποία όμως, σχεδόν πάντοτε, λειτουργούσαν σε βάρος εκείνων που έμεναν άπραγοι. Τα πρώτα φυλάνε τα έρημα… Διότι τελικός σκοπός των μέτρων όλων των καθεστώτων, ήταν και είναι ο παραδειγματισμός. Απευθύνονταν δήθεν στους λίγους με την επιβολή σκληρών μέτρων κατά της δράσης τους, στην ουσία όμως τα μέτρα λαμβάνονται για να παραδειγματίσουν τους πολλούς… που ίσως σκέφτονταν κι αυτοί κάποτε να αντιδράσουν. Παραδειγματισμός προς αποφυγή ενδεχόμενης αντίδρασης.

Μελέτη, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1972.
Όμως ο πρωταγωνιστής μας κρατάει σημειώσεις γιατί έχει το μικρόβιο της γραφής και θέλει κάποτε αυτό το όποιο περιστατικό ανά τον κόσμο να το κάνει βιβλίο. Το πνεύμα του καθίσταται μια αδιάκοπη περιπέτεια όταν κινείται σε αντιπνευματικές συνθήκες και τόπους. Αυτό αποτελεί διαχρονικό αξίωμα. Και ο Βογάσαρης έγραφε σε περιόδους δύσκολες με εμφύλιες διαμάχες, με κομματικές αντιπαραθέσεις, με δικτατορίες, με φυλακίσεις και διωγμούς, αγωνιζόταν να αφυπνίσει τον κόσμο από τον λήθαργο της αδράνειας. Και όταν η χούντα έπεσε, άνεμος αισιοδοξίας τον πλημμύρισε καθώς ένιωσε ότι είχε έρθει επιτέλους η ώρα της δικαίωσης των μαννάδων του Πολυτεχνείου, των βασανισμένων της Γυάρος, της εκπλήρωσης των ιδανικών της γης ενός βασανισμένου λαού. Όμως, η ελευθερία δεν αποτελούσε στερημένο αγαθό μόνο από τους Έλληνες. Ο Βογάσαρης που παθιαζόταν για τη λευτεριά και την δημοκρατία, δεν θα μπορούσε να μείνει αδιάφορος για την λευτεριά του κάθε ανθρώπου. Την παγκόσμια λευτεριά, ενάντια στην καταπίεση. Θαύμαζε εκείνους που αγωνίζονταν, για όσους θυσίασαν μέχρι και τη ζωή τους μένοντας πιστοί στις θέσεις τους.
Μας το δείχνουν έμπρακτα τα βιογραφικά ή αφιερωματικά ποιητικά του έργα, για τον επαναστάτη και λαϊκό ηγέτη Τσε Γκεβάρα, για τον αντιστασιακό Πωλ Νορ, για τον Ιρλανδό αγωνιστή Μπόμπι Σάντς, για τον ποιητή της ελευθερίας Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, για τον ποιητή των μακρινών θαλασσινών δρόμων και των ατέλειωτων οριζόντων Νίκο Καββαδία, για τον υμνητή της ελευθερίας Διονύσιο Σολωμό. Καταπιάστηκε με όσους αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα του ανθρώπου, σε όποιο κράτος κι αν ανήκαν, από όποια θέση κι αν έδωσαν τη μάχη τους.

Θέμα για μυθιστόρημα, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1974.
Ο Βογάσαρης όπως πονούσε για το τόπο του, πονούσε και για τους καταπιεσμένους ανθρώπους. Δεν είχε τίποτα με τους λαούς. Ταξίδευε πολύ άλλωστε για να τους γνωρίσει. «Ποτέ δεν φταίνε οι λαοί», έλεγε. «Οι αφεντάδες τους πάντα φταίνε. Που πουλάνε και αγοράζουνε τους λαούς στο όνομα της Δημοκρατίας». Η χειρότερη μορφή τυραννίας είναι αυτή που ενδύεται τον μανδύα της δημοκρατίας. Σε προσεγγίζει φιλικά, τηρεί τα προσχήματα, σου θυμίζει την ευθύνη του πολίτη. Του δικού της «πολίτη». Εκείνου που δεν αντιδρά, που έχει μόνο υποχρεώσεις, που είναι έρμαιο νομιμοφανών διατάξεων και κανονισμών για την έκδοση των οποίων τηρούνται οι τύποι, τα προσχήματα, αλλά ποτέ η ουσία. Διατάξεων με ισχύ αναδρομική! Η δημοκρατία που επιβάλλεται με καθημερινές ανακοινώσεις απαγορευτικών μέτρων, που βάζει τους πολίτες να υπογράφουν δηλώσεις μετάνοιας, δηλώσεις νομιμοφροσύνης, δηλώσεις, δηλώσεις, δηλώσεις. Που στέκονται σε ουρές για να δηλώσουν και να δηλωθούν. Και από κοντά και εκείνοι που σπεύδουν πρώτοι να υποκλιθούν, οι ανενόχλητοι, οι προσκυνημένοι, μήπως συμβεί, ω μη γένοιτο τίποτα, και χάσουν τα προνόμια. Σπεύδουν να γίνουν εθελοντές υποταχτικοί, να πάρουν έγκαιρα τη θέση της ανταμοιβής των πιστικών. Σε αυτές τις δήθεν δημοκρατίες, υπάρχουν και δήθεν πνευματικοί άνθρωποι! Που δεν είναι του πνεύματος αλλά του οινοπνεύματος, της κοσμικής ζωής! Μια αναφορά της θέασής τους στους κοσμικούς κύκλους τους είναι αρκετή. Με το ποτήρι στο χέρι, περιφέρονται σε κοσμικές δεξιώσεις, σε φωτογραφίσεις ανούσιων εκδηλώσεων και δήθεν σπουδαίων γεγονότων. Αλλοίμονο στους πραγματικούς λογοτέχνες τους στερημένους βασικών αγαθών, που ζούσαν με κάποια ελάχιστα που εισέπρατταν από το συγγραφικό τους έργο. Αλλοίμονο στον Δημητράκη τον Σύψωμο της Φρεαττύδας, τον Λάμπρο Πορφύρα, που δεν απήγγειλε ούτε στίχο από τα ποιήματά του στους φίλους του, μήπως τύγχανε και κυκλοφορούσαν και δεν τα δημοσίευε στη συνέχεια η εφημερίδα, στερώντας του το ένα και μοναδικό πιάτο φαγητού που του εξασφάλιζε η πενιχρή αμοιβή. Αλλοίμονο στον Δημοσθένη Βουτυρά που πωλούσε τα βιβλία του σε πάγκους στον Τινάνειο Κήπο, δίπλα στους ζωγράφους που επίσης σκότωναν τα έργα τους όσο-όσο για να ζήσουν. Αλλοίμονο στον Αιμίλιο Βεάκη που δεν είχε χρήματα να ανεβάσει παραστάσεις και έπειθε τα μέλη του θιάσου να συμμετάσχουν σε μια θεατρική σερμαγιά, προσφέροντας ο καθένας ό,τι μπορούσε, μέχρι να συμπληρωθεί το απαιτούμενο κεφάλαιο. Και καθώς εκείνος δεν είχε τίποτε να προσφέρει, έδωσε το ρολόι του ενέχυρο.

Ποιητική σύνθεση για τα 40 χρόνια από το θάνατο του ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα), Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1977.
Εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από τον Α.Β.
Έκτοτε οι εποχές χειροτέρεψαν ακόμα περισσότερο διότι εκείνοι οι άνθρωποι μπορεί να μην είχανε χρήματα, αλλά ο λόγος τους εύρισκε απήχηση, έπιανε τόπο, ήταν βαρυσήμαντος. Όμως δυστυχώς περάσαμε -όπως έγραψε ο Βογάσαρης στο έργο του για τον Πωλ Νορ- από την εποχή που για τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες ίσχυε το «λάθε βιώσας», στην εποχή του «λάμψε βιώσας»! Λάμψη και ματαιοδοξία σε στημένες πόζες φωτογράφισης. Άνθρωποι που γέρνουν στον διπλανό τους, μήπως και πάρουν λίγο από τη λάμψη του. Για μια μονάχα φωτογραφία… Περιφέρονται ανούσια, αερολογούν, σαχλαμαρίζουν οι άνθρωποι του τίποτα, που έχουν καλύψει εκείνους που έχουν κάτι να προσφέρουν, κάτι να πουν. Το σύστημα δεν επιθυμεί τους δεύτερους να φαίνονται. Τους θέλει κρυμμένους στο παρασκήνιο, να αγωνίζονται μόνοι στο μικρό κύκλο τους. Να μην ακούγονται. Να παραμείνει ο κόσμος στην βαθιά του ύπνωση, όπου εφημερίδες, ειδήσεις και τηλεοράσεις τον έχουν βυθίσει. Συμβατικές κοινωνίες που γεννιούνται, μεγαλώνουν και πεθαίνουν ανάμεσα σε ψέματα, στην υποκρισία, στην ψευτοηθική και στα σκοτεινά συμφέροντα, όπως είχε γράψει η Ρούλα Μητροπούλου στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» τον Μάρτιο του 1975, αναφερόμενη στο έργο του Άγγελου Βογάσαρη, που δεν προβαλλόταν όσο έπρεπε σε αντίθεση με άλλους…. Προβάλλουν εκείνους τους ασήμαντους γιατί οι ίδιοι ήταν που τους τοποθέτησαν σε θέσεις σημαντικές. Και καθώς αυτοί ποτέ δεν περίμεναν να λάβουν τόσο υψηλά πόστα, ανήμποροι να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό, ακολουθούν πιστά τις προσταγές όσων τους διόρισαν.

. (Σπουδή πάνω στη ζωή και το έργο του ποιητή Νίκου Καββαδία), Εκδόσεις «Σαμουράι», Αθήνα 1979.
Επανέκδοση με τον τίτλο: Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού): Ο μεγάλος εραστής της θάλασσας, (Ερμηνεία και Κριτική), Εκδόσεις «Ιωλκός», Αθήνα 2002.
Ο Βογάσαρης έδινε συχνά διαλέξεις, πολλές από τις οποίες στάθηκαν αφορμή να γίνουν αργότερα βιβλία. Τέτοια αφορμή υπήρξε η διάλεξη που έδωσε στην Πάτρα στις 5 Μαρτίου 1977 για τη συμπλήρωση δύο ετών από τον θάνατο του Νίκου Καββαδία. Ακολούθησαν κι άλλες με το ίδιο θέμα με σημαντικότερη εκείνη στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 17 Απριλίου 1983 για τους ναυτεργάτες του Πειραιά, υπό την Αιγίδα του Δημάρχου Πειραιά, που ήταν τότε ο Γιάννης Παπασπύρου. Στις 29 Απριλίου 1991 έδωσε κι άλλη ομιλία στο ΣΙΝΕΑΚ Πειραιά. Ακολούθησε μια τηλεοπτική εμφάνιση στην κρατική τηλεόραση (4 Ιουλίου 1988) όπου ο Βογάσαρης μίλησε για τον Καββαδία συνοδεία τραγουδιών του Κώστα Καράλη. Προσπάθησε το 1994 να γυρίσει και ταινία αφιερωμένη στον ποιητή της θάλασσας με τον τίτλο «Νίκος Καββαδίας – Κρουαζιέρα ζωής». Απευθύνθηκε στον τότε υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας Γιώργο Κατσιφάρα αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση. Είχε στενοχωρηθεί πολύ τότε.

Εκδόσεις «Ρυθμός», Αθήνα 1982.
Σύντομο βιογραφικό του Άγγελου Βογάσαρη
Ο Άγγελος Βογάσαρης (1925 ή (1923) – 24 Απριλίου 2004) γεννήθηκε στον Πειραιά και συχνά αναφέρεται στην εργογραφία και με τα δύο πρώτα γράμματα της αλφαβήτου (Α.Β.), καθώς με αυτά εννοείτο το όνομα και το επώνυμό του. Όμως η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα ανάμεσά τους θα έπρεπε να παρεμβάλλεται ένα ακόμα γράμμα, καθώς το πλήρες όνομα του Βογάσαρη ήταν Άγγελος – Ευτύχιος. Ήταν γιος του Γεωργίου Βογάσαρη, τραπεζικού υπαλλήλου, που καταγόταν από την Ηλεία και πολύ νέος εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Εργάστηκε ως κεντρικός ταμίας της Λαϊκής Τράπεζας Αθηνών στο υποκατάστημα που διατηρούσε στον Πειραιά, στην οδό Αλκιβιάδου 136.
Πρόγονοι της οικογένειας Βογάσαρη από τη Δημητσάνα έλαβαν μέρος στον αγώνα του 1821. Η μάνα του Χαρίκλεια, το γένος Ανδρέα Σούλη, είναι αδελφή του αείμνηστου Άγγελου Σούλη, Πειραιώτη, ανθρώπου των γραμμάτων, διευθυντή από το 1914 και από το 1916 έως το 1923 ιδιοκτήτη, της εφημερίδας του Πειραιά «Χρονογράφος».
Τις νεανικές του σπουδές ο Άγγελος Βογάσαρης τις έκανε στο Λύκειο «Ελληνισμός» Κυριάκου Σταυριανού, από το οποίο και αποφοίτησε. Ήδη από την εποχή που ήταν μαθητής στον «Ελληνισμό» άρχισε να γράφει ποιήματα που ο ίδιος απήγγειλε στις εθνικές εορτές και επετείους. Διαβάζω σε ένα μικρό σημείωμα: “Ποίημα συνταχθέν παρά του μικρού μαθητού της Β’ Γυμνασίου Λυκείου «ΠΛΑΤΩΝ» Αγγέλου Γ. Βογάσαρη και απαγγελθέν παρά του ιδίου τη 25η Μαρτίου 1937 εν Πειραιεί“.

.Ποιητική σύνθεση, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1984.
Ο Μπόμπυ Σάντς για τον οποίο αφιέρωσε ο Α.Β. το βιβλίο του, είχε κηρύξει απεργία πείνας και δεν δέχθηκε ιατρική περίθαλψη, γιατί η Θάτσερ και η κυβέρνησή της αρνιόταν το καθεστώς πολιτικού κρατούμενου σε φυλακισμένους του ΙΡΑ. Τελικώς ο Μπόμπυ Σάντς πέθανε από ασιτία.
Σπούδασε Φιλοσοφία, Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας από όπου έλαβε το πτυχίο του στις 20 Ιανουαρίου του 1955. Διαβάζουμε σε αυτό «Ο Άγγελος – Ευτύχιος Γ. Βογάσαρης Εκ Πειραιώς…». Αυτό το «Εκ Πειραιώς» ο Βογάσαρης δεν το ξέχασε ποτέ φρόντισε να το τιμήσει και στη ζωή αλλά και μετά το θάνατό του. Παρακολούθησε μαθήματα ψυχολογίας στο εξωτερικό. Έλαβε δίπλωμα φιλολογίας και γλώσσας της Γερμανικής Ακαδημίας του Μονάχου και για ένα διάστημα παρακολούθησε μαθήματα GERMANISTIK. Εκτός από άριστα γερμανικά μιλούσε γαλλικά και αγγλικά καθώς είχε φοιτήσει στο Γαλλικό και Αγγλικό Ινστιτούτο αντίστοιχα αλλά γνώριζε και αρκετά Ιταλικά.
Ταξίδεψε σε πολλές χώρες και τις εντυπώσεις του τις περιέγραψε σε διαλέξεις στην Αθήνα, στον Πειραιά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Ακόμα διατέλεσε έφορος φιλολογικού τμήματος διαφόρων συλλόγων. Νεότατος έγινε Διευθυντής στο Νυχτερινό Γυμνάσιο του Πειραϊκού Συνδέσμου όπου λειτουργούσε το γυμνάσιο στον 2ο και 3ο όροφο στην οδό Καραΐσκου 153.

Ακόμα μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία και στις Βρυξέλλες σε ζητήματα Κοινής Αγοράς και όταν γύρισε ίδρυσε και διεύθυνε για αρκετά χρόνια την Υπηρεσία Κοινής Αγοράς και Προώθησης Εργασιών της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας. Για την υπηρεσία αυτή έγραφε στο περιοδικό «Τα Νέα της Κοινής Αγοράς». Μια διάλεξή του τον Μάρτιο του 1968 στον Πειραϊκό Σύνδεσμο προσπάθησε να σταματήσει η Ασφάλεια, γιατί σαν θέμα της είχε τη ζωή και το έργο του Ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.
Από το 1969 ήταν τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, η οποία και τον τίμησε στις 20 Ιανουαρίου 1986 σε ειδική πανηγυρική εκδήλωση στο θέατρο Κώστα Πρέκα και σε σ’ αυτή μίλησαν για την ποίησή του, το δοκιμιογραφικό του έργο και το πεζογραφικό και θεατρικό του έργο. Από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών τιμήθηκε και πάλι στις 16 Μαρτίου 1998 (στο θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα).

.Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1988. Η παρουσίαση του βιβλίου πραγματοποιήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1989 με εισηγήτρια την ποιήτρια ηθοποιό Μαρία Ξενουδάκη,
Το 1987 εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας της Εταιρίας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά και από το 1989 μέχρι το 1994 διατέλεσε Πρόεδρός της.
Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε ότι όταν μπροστά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς στήθηκαν οι προτομές της Κατίνας Παξινού και του Αιμίλιου Βεάκη, ο αείμνηστος Αλέξης Μινωτής διάλεξε για ομιλητή τον Άγγελο Βογάσαρη.
Ο Βογάσαρης έγραψε πολλά βιβλία (δοκίμιο, ψυχολογικές βιογραφίες, μυθιστόρημα, αφηγήματα, ποίηση κα θέατρο). Ακόμα πολλά ραδιοφωνικά έργα όπως «Τζωρτζ Γκέρσουιν», «Κόλ Πόρτερ», «Αλ Τζόνσον», «Ταξίδι στο Τίλζιτ», «Η τρέλα δεν πάει στα βουνά», «Φρειδερίκος Σοπέν» και άλλα τα οποία όμως δεν διασώθηκαν καθώς δεν μαγνητοφωνήθηκαν. Αυτά τα έργα σκηνοθέτησαν ο Μάριος Πλωρίτης, ο Μήτσος Λυγίζος και ο Φρίξος Ιλιάδης και σε αυτά έλαβαν μέρος γνωστοί ηθοποιοί όπως η Αλέκα Κατσέλη, οι Θάνος Κωτσόπουλος, Νίκος Τζόγιας, Στέλιος Βόκοβιτς, Βάσω Μεταξά, Σταύρος Ξενίδης και άλλοι. Για το έργο του ο Άγγελος Βογάσαρης, και ειδικότερα το δοκιμιογραφικό, η σύγχρονη κριτική εκφράστηκε με ευμενέστατα σχόλια, αναγνωρίζοντάς του δύναμη, ευστοχία, αρχιτεκτονική δομή, συγκίνηση και πρωτοτυπία. Τα περισσότερα εξώφυλλα των βιβλίων του, ήταν φιλοτεχνημένα από τον ίδιο τον Βογάσαρη καθώς σχεδίαζε τις μακέτες και δημιουργούσε τα σχέδια.

Ποιήματα, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1992.
Από τα θεατρικά του έργα θα πρέπει να διακρίνουμε το «Οργή και αηδία του Πολίτη ‘ΑΛΦΑ’» (τραγική κωμωδία), το έργο «ΣΤΑΡ» (τραγική κωμωδία), τον «Μονόλογο Οργής και μοναξιάς», που παρουσιάστηκε στο θέατρο Βεργή και την «Αγάπη της Μαϊμούς» (σύγχρονη τραγωδία που παίχτηκε δύο θεατρικές περιόδους 1990 και 1991 στο θέατρο Πόλη από τον θίασο της Αλίκης Πωλ Νορ.
Για το έργο του Άγγελου Βογάσαρη έγραψαν οι Ακαδημαϊκοί Γιάννης Θεοδωρακόπουλος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Στέλιος Σπεράντζας, ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Αντρέ Μιραμπέλ, ο Διευθυντής της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, Βασίλης Λαούρδας, ο Αντρέα Καραντώνη, ο Σπύρος Κατσίμης, ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος, ο Χρήστος Λεβάντας, ο Δημήτρης Γιάκος, ο Μπάμπης Κλάρας, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Χρήστος Κουλούρης, η Άννα Συνοδινού, ο Αλέξης Μινωτής, ο Άγγελος Φουριώτης, ο Δημήτρης Σιατόπουλος, η Κωστούλα Μητροπούλου, ο Στέφανος Σακελλάρης, ο Ιωάννης Κουτσοχέρας, ο Μανώλης Γιαλουράκης, ο Μανώλης Πράτσικας, ο Χρήστος Χαιρόπουλος, ο Δημήτρης Καρανικόλας, ο Γιάννης Χατζημανωλάκης, ο Κωστής Κοκόροβιτς, ο Στέλιος Αρτεμάκης, ο Βάιος Παγουρέλης, ο Λέανδρος Πολενάκης, ο Νίκος Τσιρώνης, ο Τάκης Νατσούλης, ο Αρτέμης Μάτσας, ο Δημήτρης Σταμέλος, ο Ευάγγελος Σαββόπουλος και πολλοί άλλοι.
Ο Άγγελος Βογάσαρης έδωσε πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συνεντεύξεις και το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών της Βοστώνης, τον ονόμασε μεταξύ ολίγων “MAN OF THE YEAR 1993” (Άνδρα της χρονιάς 1993). Ακόμα το 1994 τιμήθηκε με το μετάλλιο και δίπλωμα των Lions Ευρώπης. Επίσης τιμήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Cambridge.

Σύγχρονη Τραγωδία.
Θεατρικό έργο, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1995,
Το όνομά του αναφέρεται στην Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Χάρη Πάτση, την Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια Ελλήνων Λογοτεχνών του Δ. Διατόπουλου των εκδόσεων Αδελφών Παγουλάτου (Τόμος ΙΙ), στην Εγκυκλοπαίδεια ΥΔΡΙΑ (Ελληνική και Παγκόσμια Μεγάλη Γενική Εγκυκλοπαίδεια) της Εταιρίας Ελληνικών Εκδόσεων Α.Ε.Σ. Ταβουλάρης (Τόμος ΧV). Επίσης αναφορά στον Βογάσαρη γίνεται και στο Διεθνές Βιογραφικό Λεξικό του Πανεπιστημίου του Cambridge, την Διαρκή ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Μιχάλη Σταφυλά, το Επίτομο Βιογραφικό Λεξικό 1994-1995 “Who is Who” των εκδόσεων Μέτρον και το Διεθνές “Who is Who” λογοτεχνών και συγγραφέων, πάλι του Πανεπιστημίου του Cambridge.
Ο Άγγελος Βογάσαρης σε όλο του βίο ουδέποτε εγκατέλειψε τον Πειραιά τον οποίο εκπροσώπησε επάξια στο λογοτεχνικό τομέα. Παρέμεινε ειλικρινής, ανεπιτήδευτος στους τρόπους και στη σκέψη, θερμός εραστής της ελευθερίας και βαθύτατα ανθρωπιστής. Στις σελίδες των έργων του καταγράφεται ο ανθρώπινος πόνος και η προσπάθεια των ανθρώπων για ψυχική ανάταση. Δημοκρατικός ως τα βάθη της ψυχής του, βαθύτατα ανθρωπιστής, οραματίστηκε μια πολιτεία αγάπης και δικαιοσύνης. Σαρκαστικός στην εποχή μας, στηλίτευσε την υποκρισία, το ψεύδος. Ακολούθησε τα μονοπάτια της δημιουργικής θλίψης εκείνης που οδηγεί τελικά τους ανθρώπους στην επανάσταση. Παρέμεινε ανυπότακτη φύση σε νόμους, διατάξεις και τυποποιημένες συμπεριφορές.
