του Στέφανου Μίλεση
Μια παλιά και σπουδαία Πειραιώτισσα διανοούμενη ήταν και η Άννα Λούλου. Διετέλεσε Πρόεδρος της Λέσχης του Εργαζόμενου Κοριτσιού Πειραιώς (ΛΕΚ Πειραιώς) για περισσότερο από 50 χρόνια. Υπήρξε αρθρογράφος σε πολλές εφημερίδες του Πειραιά και μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς, αναλαμβάνοντας συχνά το έργο της απαγγελίας ποιημάτων στις παρουσιάσεις νέων βιβλίων των ποιητών. Η Άννα Λούλου υπήρξε Εθελόντρια νοσοκόμα, προσφέροντας τις υπηρεσίες της τόσο κατά τις αφίξεις των Μικρασιατών προσφύγων, ύστερα από την καταστροφή του ’22, όσο και τους τραυματίες της Πίνδου του ’40.
Οργάνωσε συσσίτια στην Κατοχή, υπήρξε δραστήριο μέλος της “Φανέλας του Στρατιώτη” και του Πειραϊκού Συνδέσμου. Τιμήθηκε για τις δράσεις της από πολλά ιδρύματα και συλλόγους, πλην όμως ουδέποτε τιμήθηκε επισήμως από τη γενέθλια πόλη της τον Πειραιά. Ως πρόεδρος της Λέσχης του Εργαζόμενου Κοριτσιού βοήθησε εκατοντάδες Πειραιώτισσες κι όμως η αγνωμοσύνη του Πειραιά προς το πρόσωπό της υπήρξε πρωτόγνωρη. Μετά τον θάνατό της το 1976 λησμονήθηκε τελείως.
Η Άννα Λούλου μόλις 14 ετών γνώρισε από κοντά τον Δήμαρχο Δημοσθένη Ομηρίδη Σκυλίτση. Εκείνη του ανέφερε για πρώτη φορά, την ανάγκη των κοριτσιών της ηλικίας της, να λαμβάνουν γνώσεις για να μπορέσουν να σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά στη συνέχεια. “Εφόδια στο εργαζόμενο κορίτσι” του επαναλάμβανε διαρκώς. Έτσι όταν κάποια στιγμή ιδρύθηκε η Λέσχη Εργαζόμενου Κοριτσιού στον Πειραιά η Λούλου ανέλαβε δράση. Κοπτική, ραπτική, γαλλικά, διδασκαλία δηλαδή πρακτικών γνώσεων που οδηγούσαν στην κατάκτηση ενός διπλώματος που θα εφοδιάζονταν τα κορίτσια για να αναζητήσουν την τύχη τους.
Η Άννα Λούλου συχνά κατέγραφε τις αναμνήσεις της σε διάφορες εφημερίδες του Πειραιά. Σε μια από αυτές παρατηρεί τους σύγχρονους της εποχής της που ξέχασαν μια φίλη της σπουδαία επίσης Πειραιώτισσα, την Ισμήνη Τζαβάρα, που σκοτώθηκε κατά το “συμμαχικό βομβαρδισμό” του 1944.
Γράφει η Άννα Λούλου για τη μαύρη εκείνη ημέρα:
“Είχα ξεκινήσει από το σπίτι μου με κατεύθυνση την αγορά του Πειραιά. Στον δρόμο με βρήκαν οι σειρήνες. Εγώ ψύχραιμα προχωρούσα, οπότε στον δρόμο κάποιος κύριος με σταματάει και μου λέει:
“Πού πας; συναγερμός!”
“Δεν βαριέσαι;” του απαντώ “οι δικοί μας θα είναι…”
Όλος ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους και μετρούσε τα φιλικά συμμαχικά αεροπλάνα. Βρισκόμουν στον Δημοτικό, όταν βλέπω τους Γερμανούς με όλη την πανοπλία τους, να τρέχουν και να τρυπώνουν στα ορύγματα του κήπου του Δημοτικού Θεάτρου. Όλοι γελούσαμε κι ειρωνευόμασταν, μα φαίνεται πως εκείνοι είχαν τις δικές τους πληροφορίες κι έτρεχαν να φυλαχτούν. Όταν έφτασα στην Αγία Τριάδα τα αντιαεροπορικά έβαλαν και σε λίγο βόμβες σφύριζαν πάνω από το κεφάλι μου, έσχιζαν τον αέρα. Τι να έκανα;
Οι άνθρωποι έτρεχαν σαν τρελοί, τα καροτσάκια της Μακράς Στοάς ριγμένα όπως τα υφάσματα που πωλούσαν, οι άνθρωποι έτρεχαν σαν δαιμονισμένοι να κρυφτούνε κάπου. Πόσοι από αυτούς δεν έμειναν στον δρόμο! Προς στιγμή σκέφτομαι να μπω στην Αγία Τριάδα. Ένα χέρι με έσπρωξε προς την Τσαμαδού, αδύνατον όμως να βγω στην Βασιλέως Κωνσταντίνου και τρυπώνω όπως πολλοί άλλοι στο καφενεδάκι με τις τζαμωτές πόρτες.
Εκεί, σε μια γωνιά στριμωχτήκαμε όσοι μπορούσαμε να γλιτώσουμε. Η βόμβες κεντούσαν την περιοχή, στο Μέγαρο Ζερβού, στη Νοταρά, στο σπίτι του Καραβασίλη, παντού. Το πεπρωμένο μου θέλησε να ζήσω. Μόλις σήμανε λήξις συναγερμού, βγήκαμε απ’ τη γωνιά μας σα τρελοί. Ο ένας μάλιστα, δεν μιλούσε επί ένα μήνα, έτσι μου είπαν αργότερα όταν τον συνάντησαν.

Η οδός Τσαμαδού σκαμμένη όλη με πελώριους λάκκους, τα ηλεκτρικά σύρματα όλα κάτω, οι υδροσωλήνες σπασμένες σχημάτιζαν στην οδό Τσαμαδού ένα ποτάμι. Οι Γερμανοί έσκαβαν και ξεφώνιζαν στον κόσμο που έβγαινε από τις κρύπτες του να αποφύγουν τα ηλεκτροφόρα σύρματα. Ένας Πειραιάς αγνώριστος, σκαμμένος όλος. Προχωρώ σαν τρελή. Στέκομαι στη γωνιά του Βίρβου, γκρεμισμένη όλη. Πόσες ψυχούλες θάφτηκαν εκεί, πόσα νιάτα; Όπως στεκόμουν τα μάτια μου έπεσαν στο σπίτι της Ισμήνης Τζαβάρα. Το βλέπω γκρεμισμένο, μιλώ με τον εαυτό μου, και λέω: “Δεν πιστεύω να ήταν μέσα, ίσως να έλειπε…”.
Κι όμως η Ισμήνη, η αγαπημένη της φίλη, ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή θαμμένη στα ερείπια. Για την Ισμήνη Τζαβάρα Βόγια έχω αναφερθεί και παλαιότερα σε όσους με παρακολουθούν. Ήταν επίσης μια άξια μέσα στις διανοούμενες Πειραιώτισσες. Υποδιευθύντρια της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Παιδαγωγός άριστη, τελειοποίησε τις παιδαγωγικές της γνώσεις στη Γενεύη με υποτροφία του τότε Δημάρχου Τάκη Παναγιωτόπουλου, λογοτέχνιδα, ομιλήτρια γλαφυρή στις διαλέξεις της, ευγενική και υποχρεωτική στους φίλους μα και στους εχθρούς της. Είχε χαρίσματα ψυχικά και πνευματικά τόσα, που σαγήνευε όποιον την πλησίαζε. Τόσο η Άννα Λούλου όσο και η φίλη της Ισμήνη Τζαβάρα υπήρξαν σπουδαίες Πειραιώτισσες που αν είχαν γεννηθεί σε άλλη πόλη, δρόμου θα έφεραν το όνομά τους, προτομές θα δέσποζαν σε κάποια πλατεία τους. Δυστυχώς όμως αγάπησαν τον Πειραιά κι έτσι λησμονήθηκαν…
Να σημειωθεί πως η Άννα Λούλου τιμήθηκε το 1965 με τον Χρυσό Σταυρό μετά Δάφνης του Ερυθρού Σταυρού μαζί με την Αθηνά Δηλαβέρη σε κοινή εκδήλωση, που την εποχή εκείνη μόνο 12 εν ζωή Έλληνες είχαν τιμηθεί με το ίδιο παράσημο.