του Στέφανου Μίλεση
Τον Ιούλιο του 1960 στο κινηματοθέατρο ΠΑΛΛΑΣ στα πλαίσια εορτασμού της ναυτικής εβδομάδας πραγματοποιήθηκε έκθεση βυθού και θαλασσινών εκθεμάτων. Η έκθεση αυτή πραγματοποιείτο για πρώτη φορά στην Ελλάδα και έγινε πραγματικός χαμός από τους Πειραιώτες για να την δουν από κοντά. Μέσα σε γυάλινες προθήκες μπορούσε ο επισκέπτης να δει από κοντά όλους τους θαλάσσιους οργανισμούς των βυθών όχι μόνο από τη θάλασσα του Αιγαίου αλλά από όλες τις θάλασσες του κόσμου. Η συλλογή ήταν φυσικά ιδιωτική και ανήκε στον τότε Αρχικελευστή του Λιμενικού Σώματος Παναγιώτη Μοσχάκη. Ο άνθρωπος αυτός συνέλεγε τα εκθέματα κομμάτι – κομμάτι και το καθένα από αυτά είχε την δική του ιστορία. Ωστόσο ελάχιστοι επισκέπτες της έκθεσης που γνώριζαν από κοντά τον Παναγιώτη Μοσχάκη γνώριζαν για την ψυχική τραγωδία που είχε υποστεί κατά την διάρκεια της κατοχής.

Η τραγική ιστορία
Ο μεγαλύτερος αδελφός του συλλέκτη, ο Ευάγγελος το 1943 είχε ενταχθεί σε αντιστασιακή ομάδα που δρούσε στο Ρέθυμνο. Η οικογένεια Μοσχάκη κρητικής καταγωγής τίμησε όπως οι περισσότεροι Κρητικοί, την ιστορία του νησιού με τους περήφανους και ανυπόταχτους κατοίκους. Όμως δυστυχώς δεν ήταν όλοι οι Κρητικοί έτσι. Υπήρξαν και κάποιοι που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς καθώς ταυτίζονταν ιδεολογικά. Ένας από αυτούς τους συνεργάτες ήταν και ο γνωστός στο Ρέθυμνο Αλεξομανώλης που κυκλοφορούσε με στολή Γκεσταπίτη και σκόρπιζε τον θάνατο στους Έλληνες πατριώτες. Δωσίλογοι κατέφευγαν στον Αλεξομανώλη για να δώσουν τις πληροφορίες που κατείχαν γνωρίζοντας πως εκείνος θα δρούσε αμέσως χωρίς πολλές ερωτήσεις. Πολύς κόσμος έφυγε στην Κρήτη εξαιτίας του.
Τον Μάιο εκείνο του έτους, στο σπίτι του Μοσχάκη εμφανίστηκε κατά την διάρκεια της νύχτας ένας πατριώτης και ειδοποίησε γρήγορα τον πατέρα της οικογένειας τον 57χρονο Κωνσταντίνο πως η δράση του γιου του Ευάγγελου (30 ετών τότε), είχε προδοθεί και πως κινδύνευε όλη η οικογένεια. Ο πατέρας μόλις το έμαθε οργάνωσε γρήγορη φυγή από το νησί όχι μόνο για τον καταζητούμενο από τους Γερμανούς Ευάγγελο, αλλά για όλη την οικογένεια. Μαζί με τον ίδιο και τον καταζητούμενο Ευάγγελο, η οικογένεια μετρούσε συνολικά 5 άτομα. Έπρεπε να φυγαδευτούν η μάνα του Λιμενικού Ευτέρπη, η πεντάχρονη κόρη του που ο ίδιος την είχε αφήσει στο σπίτι του πατέρα του και τον αδελφό της γυναίκας του της Ανθούλας.
Το σχέδιο διαφυγής περιλάμβανε πεζοπορία της οικογένειας στα κρυφά μέχρι το Κάβο Σπάθα από όπου θα επιβιβάζονταν σε ένα καΐκι για να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή. Μετά από κόπους και ταλαιπωρίες έφτασαν στον Κάβο Σπάθα όπου βρήκαν το καΐκι να τους περιμένει όπως το σχέδιο όριζε. Δυστυχώς όμως ο Αλεξομανώλης είχε ειδοποιηθεί από δωσίλογους και για το σχέδιο διαφυγής και είχε ενημερώσει τους Γερμανούς. Ένα αεροπλάνο γνωρίζοντας για την αναχώρηση του καϊκιού από το συγκεκριμένο σημείο, εντόπισε το σκάφος και το χτύπησε με βόμβες. Μαζί με το καΐκι χάθηκε όλη η οικογένεια του Λιμενικού Παναγιώτη Μοσχάκη, ο πατέρας, η μάννα, ο αδελφός, το πεντάχρονο κορίτσι του και ο αδελφός της γυναίκας του.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε ο τρομερός Αλεξομανώλης συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε το 1945 στις φυλακές Αιγίνης και ήταν από τους λίγους δωσίλογους που τιμωρήθηκε για τις πράξεις του.

Η αφετηρία της συλλογής
Ο Παναγιώτης Μοσχάκης με την γυναίκα του Ανθούλα είχαν απομείνει μεταπολεμικά μόνοι. Ο Μοσχάκης στο μεταξύ υπηρετούσε στην Νάξο όταν το 1946 ένας σφουγγαράς του χάρισε δύο όστρακα από την Κούβα. Καθώς ο Μοσχάκης είχε ήδη στο μυαλό του πως το χαμένο του κορίτσι βρισκόταν στο βυθό έχοντας πλέον “παιχνίδια” τα όστρακα, η προσφορά του σφουγγαρά θεωρήθηκε πως δεν ήταν τυχαία. Άρχισε να διαβάζει βιβλία για τα όστρακα και σύντομα η συλλογή του έγινε πάθος του ίδιου και της γυναίκας του.
Έτσι δημιούργησαν στο σπίτι τους στην οδό Πίνδου 14, στο Μοσχάτο, το ΜΟΣΧΑΚΕΙΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ. Το ζεύγος προσπάθησε να αποκτήσει ξανά παιδί αλλά δεν τα κατάφερε. Ο πόνος για το χαμένο του κορίτσι έμεινε για πάντα με τα όστρακα του βυθού να το συντροφεύουν. Γρήγορα ο πόνος έγινε πάθος για τη συλλογή τους. Γύρισαν όλο τον πλανήτη επισκεπτόμενοι αντίστοιχα μουσεία με μόνη βοήθεια τη σύνταξη που έλαβε. Κανείς δεν τον βοήθησε σε αυτή την πορεία παρά μόνο κάποτε ο Χανδρής που του προσέφερε δωρεάν εισιτήρια.
Είχα και εγώ κάποτε την τύχη να το επισκεφθώ με το σχολείο μου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 να γνωρίσω τον Παναγιώτη Μοσχάκη από κοντά και πραγματικά να εντυπωσιαστώ από τα πόσα πράγματα μπορεί να επιτύχει ένας άνθρωπος μόνος του χωρίς κρατική ή άλλη βοήθεια.

Το Μοσχάκειο Μουσείο
Το 1987 το Μοσχάκειο Μουσείο διέθετε 138.000 κοχύλια καλύπτοντας το 92 τοις εκατό των καταγεγραμμένων ειδών τους. Ακόμα 11.000 μαλάκια του παρελθόντος, 500 διαφορετικά είδη οργανισμών και πολλά ακόμα εντυπωσιακά εκθέματα που είχαν την δική τους ιστορία. Για παράδειγμα τα σαγόνια ενός καρχαρία που αλιεύτηκε από ελληνικό αλιευτικό σκάφος σε αφρικανικά νερά. Ο καρχαρίας είχε μήκος 4,5 μέτρα κι όταν ανασύρθηκε στο σκάφος βρέθηκε να έχει στο εσωτερικό του ένα ανθρώπινο χέρι. Το ζεύγος Μοσχάκη για χρόνια δέχονταν επισκέψεις από σχολεία και πολλά παιδιά ύστερα από τις επισκέψεις αυτές αγάπησαν τον βυθό και τον κόσμο του πριν ακόμα εμφανιστεί ο Κουστώ με τα περίφημα ντοκιμαντέρ του. Η Ακαδημία Αθηνών για την προσφορά τους απένειμε το 1977 βραβείο.
Ο Μοσχάκης κατάφερε να τα ταξινομήσει κατά είδος Αργοναύτες, τουριτέλες, Κυματίδες, Φασκολάρια και άλλα είδη από τη θαλάσσια χλωρίδα. Πάντα υπήρχε η απορία τι θα γινόταν το Μουσείο μετά τον θάνατο των ιδρυτών τους. Την απάντηση την είχε γραμμένη ο ίδιος σε μια πλαστική μικρή πινακίδα “Το έργο θα τεθεί στην διάθεση των νέων προς διδαχή…”.
Λόγω του θανάτου των ιδρυτών, από το 2010 υπάρχει αναγγελία από ιστολόγιο που φέρει την ίδια επωνυμία πως η συλλογή διατίθεται προς πώληση σε κάθε ενδιαφερόμενο. Δεν γνωρίζω την πορεία του μετά την ανακοίνωση, αν ενδιαφέρθηκε το υπουργείο εμπορικής ναυτιλίας ή κάποιο ίδρυμα, ινστιτούτο για τη συνέχιση της λειτουργίας ενός μουσείου που κάποτε θεωρείτο ένα από τα πέντε μοναδικά μουσεία παγκοσμίως! Χωρίς να γνωρίζω ωστόσο νιώθω πως μάλλον όχι…