του Στέφανου Μίλεση

Στον Πειραιά, από τα παλιά χρόνια, το κρασί —και ιδιαίτερα η ρετσίνα— ήταν ένα αγαθό ανεκτίμητο. Για να αναδείξει όμως τη γεύση και το άρωμά του, σημαντικό ρόλο έπαιζε το βαρέλι. Ο τεχνίτης που το κατασκεύαζε ήταν πρόσωπο σπουδαίο, γιατί γνώριζε τόσο την τέχνη όσο και τα ξύλα που χρησιμοποιούσε. Έτσι, βαρελάδες υπήρχαν πάντα εκεί όπου υπήρχε καλό κρασί. Και ο Πειραιάς δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτόν τον τομέα, αφού είχε και καλούς βαρελοποιούς και πολλούς στον αριθμό — τόσους, ώστε μια ολόκληρη συνοικία πήρε το όνομά της από τα πολλά ομοειδή εργαστήρια που είχαν συγκεντρωθεί εκεί: τα «Βαρελάδικα».

Η περιοχή αυτή ήταν η Γούβα του Βάβουλα, που κάλυπτε όλη την αριστερή πλευρά της ανόδου της σημερινής λεωφόρου 34ου Συντάγματος Πεζικού, με κεντρικό άξονα την οδό Διστόμου, και έφτανε σε βάθος σχεδόν μέχρι τα όρια της σημερινής Γρηγορίου Λαμπράκη.
Ο όρος «βαρέλι» δεν χρησιμοποιούνταν σε όλη την Ελλάδα. Ήταν πιο συνηθισμένος στα νησιά. Στην ηπειρωτική Ελλάδα το βαρέλι το έλεγαν βαγένι ή βουτσί. Έτσι, όσοι ασκούσαν το επάγγελμα του βαρελοποιού συχνά αποκτούσαν τα επώνυμα Βαρελάς, Βαγενάς ή Βουτσινάς (επίθετα βαρελοποιών).

ο βαρελάς πραγματοποιεί “φούντωμα” το κλείσιμο δηλαδή των βαρελιών. Στο σημείο αυτό διόρθωνε καμιά ντούγα, άλλαζε κανένα στεφάνι που είχε σαπίσει, σφράγιζε τα τυχόν ανοίγματα


Οι βαρελάδες —ή βαγενάδες— χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: στους σταθερούς, που είχαν εργαστήρια στον Πειραιά και κατασκεύαζαν κυρίως καινούρια βαρέλια, και στους πλανόδιους, που εμφανίζονταν από τον Ιούλιο και μετά, ανάλογα με το πότε άδειαζε το κάθε βαρέλι από το παλιό κρασί. Το άδειασμα του βαρελιού σήμαινε πως έπρεπε να γίνουν όλες οι απαραίτητες εργασίες για να είναι έτοιμο να δεχτεί το νέο κρασί. Τότε ήταν που τα άδεια βαρέλια έβγαιναν στους δρόμους του Πειραιά, και ο κόσμος, αστειευόμενος, έλεγε πως ήταν «βαρέλια εκτός έδρας». Μέχρι τότε στοιβαγμένα σε υπόγεια, σε αίθουσες, σε κουτούκια και καρβουναποθήκες, έβγαιναν «να πάρουν τον αέρα τους».


Κρασοβάρελα εμφανίζονταν μπροστά από ταβέρνες, παντοπωλεία και εστιατόρια. Έπρεπε να καθαριστούν και να επισκευαστούν πριν δεχτούν τη νέα φουρνιά κρασιού που έφτανε από το Μαρκόπουλο, το Λιόπεσι, τα Σπάτα, το Κορωπί και την Κερατέα (περιοχές κρασιού Αττικής). Οι πλύστες έμπαιναν ολόκληροι μέσα στα βαρέλια για να τα καθαρίσουν, αφού πρώτα είχαν περάσει οι βαρελάδες για το «ξεφούντωμα», δηλαδή για να αφαιρέσουν το σκέπασμα από όσα είχαν αδειάσει. Από όλη αυτή τη διαδικασία, το μόνο που έμενε στο βάθος των παλιών βαρελιών ήταν η λεγόμενη «λάσπη» — το κατακάθι του παλιού κρασιού.

Έτσι αποκαλούσαν οι παλιοί ό,τι είχε απομείνει από τη ζύμωση του γλεύκους, το οποίο περιείχε και ρετσίνα πεύκου, αφού —όπως είπαμε— η ρετσίνα ήταν το κρασί που έπιναν όλοι τα προπολεμικά και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (ιστορία ρετσίνας). Αυτό το τελευταίο υπόλειμμα, τη λεγόμενη «λάσπη», δεν το πετούσαν. Μην ξεχνάτε πως στις εποχές που αναφερόμαστε τίποτα δεν ήταν μιας χρήσης και τίποτα δεν πήγαινε χαμένο.


Οι ιδιοκτήτες των κρασοπουλιών και των ταβερνών είχαν φροντίσει ώστε η «λάσπη» να μεταφέρεται σε μια βιοτεχνία στα Καμίνια, όπου μέσω επεξεργασίας παρασκευαζόταν οινόπνευμα και νέφτι. Για το εργοστάσιο αυτή η «λάσπη» ήταν πολύτιμη, γιατί περιείχε σάκχαρο και οινόπνευμα.
Ακόμη και από τη «λάσπη» μπορούσε ο ειδικός του κρασιού να καταλάβει αν το κρασί που φιλοξενούσε κάποτε το βαρέλι ήταν καλής ποιότητας ή όχι. Πώς γινόταν αυτό; Όταν κόβουν τα σταφύλια για πάτημα, ο χυμός που προκύπτει λέγεται γλεύκος. Αν λίγες μέρες πριν τον τρύγο βρέξει, τα σταφύλια γεμίζουν νερό και χάνουν σάκχαρο και οινόπνευμα. Έτσι το κρασί βγαίνει νερωμένο. Αν όμως η σοδειά είναι καλή και ο καιρός ξηρός, το γλεύκος είναι πλούσιο σε σάκχαρο και οινόπνευμα και δίνει καλό, γεμάτο κρασί. Εξίσου πλούσια θα είναι και η «λάσπη» που θα μείνει στο βαρέλι.
Γι’ αυτό και η έκφραση «ο κακός μας ο καιρός» δεν ήταν υπερβολή. Όταν συνέβαινε, ήταν πράγματι κακός για πολλούς κλάδους εργαζομένων — και όχι μόνο για τους μπεκρήδες.


Αφού ξεφορτώνονταν τη «λάσπη», οι πλύστες πρώτα έξυναν τα βαρέλια και μετά τα έπλεναν με άφθονο νερό. Σε πολλά σημεία του Πειραιά, όπου οι ταβέρνες βρίσκονταν δίπλα στη θάλασσα —όπως στου Ξαβέρη ή στην παλιά Φρεαττύδα, όταν ακόμη ήταν όρμος— τα βαρέλια ξεπλένονταν με θαλασσινό νερό.
Η δουλειά του πλύστη δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη και πληρωνόταν καλά, γιατί ήταν εποχική και ο πλύστης έπρεπε να βγάλει το κέρδος όλης της χρονιάς μέσα σε λίγες εβδομάδες. Έπαιρνε 35 δραχμές για τον καθαρισμό κάθε βαρελιού και συνήθως καθάριζε 6–7 την ημέρα (εργασία πλύστη). Εκείνη την εποχή, έξω από κάθε μπακάλικο, καρβουνιάρικο και ταβέρνα, έβλεπες άντρες με τα μπατζάκια σηκωμένα, που —όπως ο αρχαίος Διογένης— έμπαιναν μέσα στα βαρέλια με βούρτσες στα χέρια για να τα καθαρίσουν.


Στη δουλειά επιστρατεύονταν παιδιά, παραγιοί, μπακαλόγατοι και υπάλληλοι, για να τελειώσει γρήγορα η εργασία και να γλιτώσει ο ταβερνιάρης καμιά δραχμή. Γιατί, με τους πλύστες, τους βαγενάδες, τη μεταφορά του μούστου και την αγορά ή επισκευή νέων βαρελιών, τα χρήματα που είχαν μαζευτεί οκά την οκά όλο τον χρόνο έφευγαν εύκολα. Μετά το “ξεφούντωμα”, το ξύσιμο και τον καθαρισμό τα βαρέλια έμεναν ανοιχτά να στεγνώσουν και να αεριστούν. Ακολουθούσε ξανά ο βαρελάς για το “φούντωμα” το κλείσιμο δηλαδή των βαρελιών. Στο σημείο αυτό ο βαρελάς διόρθωνε καμιά ντούγα, άλλαζε κανένα στεφάνι που είχε σαπίσει, σφράγιζε τα τυχόν ανοίγματα. Για αυτό και σε κάθε γειτονιά την ίδια περίοδο που τα κρασοβάρελα είχαν βγει στους δρόμους, ακούγονταν και χτυπήματα από σφυριά και βαριοπούλες. Ήταν η προσπάθεια των βαγιενάδων να φέρουν στη θέση τους τα βαρελοστέφανα.

Μετά από αυτές τις εργασίες έμπαινε στα καθαρά βαρέλια το νέο κρασί του τρυγητού που άνοιγε μετά του Αγίου Δημητρίου για να δώσει τα διαπιστευτήριά του. Για αυτό και όλοι οι “πότες” ανέμεναν την εορτή του Αγίου Δημητρίου που αποτελούσε τότε την ιερή μέρα της κρασοκατανύξεως. Ό,τι κρασί δοκίμαζαν από του Αγίου Δημητρίου και μετά ήταν “γιοματάρι”. Μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα όλοι οι πότες γνώριζαν πως έπιναν “σώσμα” το υπόλειμμα δηλαδή του βαρελιού. Αυτός ο κύκλος της αναγέννησης, από το σώσμα μέχρι το γιοματάρι, αποτελούσε τη μαεστρία του καλού ταβερνιάρη. Όφειλε να μην αφήσει τους πελάτες του “στεγνούς”, να κάνει καλή διαχείριση ώστε τα βαρέλια να ανοίγουν το ένα διαδοχικά ύστερα από το άλλο, με τέτοιο τρόπο ώστε το σώσμα του τελευταίου βαρελιού να κρατήσει μέχρι το πρώτο γιοματάρι του Αγίου Δημητρίου. Πολλοί μαγαζάτορες του Πειραιά έφευγαν και πήγαιναν οι ίδιοι στους αμπελότοπους των Μεσογείων για να επιλέξουν και να επιβλέψουν την διαδικασία. Στα πατητήρια έπρεπε ο χυμός που προέκυπτε, δηλαδή ο μούστος να πέσει στο “πουρλάκι” (τσιμεντένια στέρνα) και το πολύ σε πέντε με δέκα ώρες να φτάσει στα βαρέλια της ταβέρνας. Για αυτό και συνόδευαν πολλές φορές οι ίδιοι το μούστο στα μαγαζιά τους αρχικά με ειδικά κάρα (τις βαρέλες) επειδή κουβαλούσαν πίσω τους τεράστια βαρέλια κι αργότερα με αυτοκίνητα.
Ενδεικτικά αναφέρεται πως το 1928 – 1929 λειτουργούσαν στον Πειραιά 31 βαρελάδικα (κατασκευή και επισκευή βαρελιών) με 5 εξ αυτών να λειτουργούν στην οδό Ανδρούτσου.


Όμως οι βαρελάδες του Πειραιά, οι μόνιμοι με επιχειρήσεις στα βαρελάδικα, έπρεπε να δουλεύουν όλο το χρόνο και όχι μόνο τα καλοκαίρια πάνω στα βαρέλια. Για αυτό κι έφτιαχναν βαρέλια για λάδι, για τυριά, για σαρδέλες, για ελιές, για μπύρα. Όμως όλους τους έφαγε το χτικιό που καλείται εξέλιξη. Τα ξύλινα βαρέλια που ήθελαν τέχνη, μαστοριλίκι, καλό ξύλο, σεβασμό στην διαδικασία και στην παράδοση αντικαταστάθηκαν από σιδεροβάρελα και αλουμίνιο και κύρια από πλαστικά μπιτόνια! Κι έτσι με το μπιτόνι το κρασί βγαίνει χτικιάρικο κι ας είναι φτιαγμένο με τον καλύτερο μούστο.

Διαβάστε σχετικώς:

Οδοιπορικό στον Πειραιά της ρετσίνας και των Βαρελοποιών

Στην οδό Αντωνίου Θεοχάρη μιας άλλης εποχής. Ο δρόμος με τις ταβέρνες και τα καφενεία. | Pireorama

Στα κουτούκια και στις οικογενειακές ταβέρνες | Pireorama

Author

Ο Στέφανος Μίλεσης είναι συγγραφέας με εξειδίκευση στην επιχειρηματική ιστοριογραφία (MSc στην Διοίκηση Επιχειρήσεων). Από νωρίς καταπιάστηκε όμως και με τη μελέτη της αστικής ηθογραφίας και λαογραφίας, τις αστικές παραδόσεις, την τοπική και ναυτική ιστορία.