του Στέφανου Μίλεση

Από τη συλλογή φύλλων πειραϊκών εφημερίδων, μεγάλο αριθμό των οποίων διατηρώ σε φυσική μορφή, αλίευσα μια σειρά επιφυλλίδων της “Φωνής του Πειραιώς” (περιόδου 13 Οκτωβρίου 1979 – 3 Νοεμβρίου 1979) όπου ο ίδιος ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος περιγράφει τη ζωή του στον Πειραιά, τα δίσεκτα χρόνια της κατοχής. Πρόκειται για μια περίοδο για την οποία έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα, εξ ου και το βιβλίο που προέκυψε αποτέλεσμα της συνεργασία μας με τον Κωνσταντίνο Κυρίμη με τίτλο “Ο πόλεμος των αμάχων. Οδοιπορικό στον Πειραιά του πολέμου και της κατοχής” (Εκδόσεις Κυριακίδη, Δεύτερη έκδοση εμπλουτισμένη). Αποτελεί πεδίο ανεξερεύνητο το πώς περνούσε στην καθημερινότητά του ο μέσος Πειραιώτης, ο οικογενειάρχης που προσπαθούσε να επιβιώσει σε μια εποχή που η ανθρώπινη ζωή δεν άξιζε απολύτως τίποτα! Ποια ήταν η γεωγραφία της πόλης εκείνη την εποχή, οι συνήθειες των ανθρώπων, η καθημερινότητά τους, οι συναναστροφές τους.

Η συγκεκριμένη καταγραφή του Λαμπρολέσβιου παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον για όσους ασχολούνται με τον κατοχικό Πειραιά τροφοδοτώντας τον αναγνώστη με εικόνες, μνήμες και ιστορικά γεγονότα.

Ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος γεννήθηκε στην Μυτιλήνη το 1908 και ήρθε στον Πειραιά το 1922. Φοίτησε στη σχολή του Ζήση Αγραφιώτη και ήταν έτοιμος να εισαχθεί στη Φιλολογική Σχολή. Δυστυχώς μια σοβαρή ασθένεια του στέρησε την δυνατότητα ανώτατων σπουδών αφήνοντάς του μόνιμο ακουστικό πρόβλημα. Νεαρός ακόμα ποιητής, ανακαλύφθηκε από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο όταν ο πρώτος του έστειλε το 1926 ένα ποίημα με τίτλο “Πλεονεξία”. Και ο Ξενόπουλος του απάντησε πως του προξένησε μεγάλη εντύπωση γιατί διέγνωσε στο ποίημα σκέψη και πνοή ανώτερης στιχουργικής φόρμας. Του αφιέρωσε μάλιστα και ένα ολόκληρο φύλλο στην εφημερίδα ΣΗΜΑΙΑ (φ. 10 Φεβρουαρίου 1926). Για τον ίδιο θα γράψουν επαινετικά και οι Κωστής Παλαμάς, Σκίππης, Αθάνατος κ.α. Έκτοτε ο ποιητής των “Επινείων” των “Πειραϊκών Παλμών”, των “Αιολικών” και πεζογράφος του “ Ο Αγαθόδωρος και ο Χρήστος”, των “Μεγάλων καημών”, του “Μοιρίντζο”, κατέγραψε μια σημαντική πορεία στον πνευματικό Πειραιά. Στον επαγγελματικό του βίο ήταν εργάτης στον Δήμο Πειραιά για αυτό και στην εποχή του τον αποκαλούσαν “εργάτη-ποιητή”. Πότε στην υπηρεσία καθαριότητας, στο νεκροταφείο ή στον τομέα πρασίνου. Με τα χρόνια ανέλαβε καθήκοντα Επόπτη αρχικά στον τομέα Πρασίνου και εν συνεχεία στον τομέα Καθαριότητας. Το ποιητικό έργο του Λαμπρολέσβιου εκτιμήθηκε ιδιαίτερα ενώ η αρθρογραφία του σε τοπικά κυρίως έντυπα παραμένει μέχρι σήμερα ανεξερεύνητη. Ποιήματά του συναντούμε στο περιοδικό “Πειραϊκά Γράμματα” του Φυσιολατρικού Ομίλου Πειραιώς (επιμέλεια Ισ. Καμαρινέα και Κλ. Μιμίκου).

Από τα αποσπάσματα των επιφυλλίδων του αφιερωμένων στην κατοχή, επέλεξα εκείνα που παρουσιάζουν την πόλη και τις συνήθειες των ανθρώπων.

“Μετά την κατάρρευση του Αλβανικού και Μακεδονικού μετώπου ξαναπροσλήφθηκα στον Δήμο Πειραιώς έχοντας λίγο πιο πριν περί το τέλος αυτού του άνισου για την Ελλάδα πολέμου πεθάνει ξαφνικά η αδελφή μου. Για μήνες ήμουν βαριά άρρωστος. Είχα δεν είχα κάπως συνέρθει από την εθνική μας αυτή συμφορά και το πλήγμα από το θάνατο της αδελφής μου, όταν ο τότε Δήμαρχος, ο μακαρίτης Μιχάλης Μανούσκος με διόρισε πάλι αλλ΄ αυτή τη φορά σε υπηρεσία που ζήτησα εγώ ο ίδιος, στο νεκροταφείο της Ανάστασης. Απόρησε ο άνθρωπος και προσπάθησε να με πείσει πως αυτήν την υπηρεσία δεν ήταν η κατάλληλη για ψυχική μου ανάρρωση. Στο τέλος υποχώρησε μπροστά στην επιμονή μου, δίνοντας εντολή στον προϊστάμενο του Νεκροταφείου να με χρησιμοποιήσει σε εποπτικά καθήκοντα.

Είσοδος κοιμητήριου “Ανάστασις” τότε και σήμερα

Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έμεινα σε αυτή την υπηρεσία αλλά θυμάμαι ως να ήταν μόλις χθες που σε μια επιθεώρηση του Δημάρχου στο Νεκροταφείο με βρήκε έξω από το Νεκροτομείο συζητώντας με τον νεκροτόμο γιατρό τον μακαρίτη πια κι αυτόν Μελισσινό και μπροστά του μου είπε: “Ως εδώ ήταν Βασίλη ανεκτή αυτή η παραμονή σου μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Από αύριο κιόλας θα έχεις διορισμό υπαλλήλου με βαθμό επιστάτη καθαριότητας κι ευθύς αμέσως θα σε αποσπάσω στο τμήμα κοινωνικής Μερίμνης και θα βρεθεί και για σένα μια καρέκλα και ένα τραπεζάκι για γραφείο στο Πασαλιμάνι στο προσωρινό αυτό Δημαρχείο μας πάνω από το ΠΑΛΛΑΣ”.

Μέρος των δημοτικών υπηρεσιών είχαν μεταφερθεί στους πάνω ορόφους του κινηματοθέατρου ΠΑΛΛΑΣ στο Πασαλιμάνι καθόλη την διάρκεια του πολέμου και της κατοχής

Έτσι κι έγινε. Υπηρεσιακή μου δουλειά ήταν να δέχομαι κλίσεις τηλεφωνικές για περιστατικά εξαθλιωμένων συνδημοτών μας που έπρεπε να βοηθηθούν από την Κοινωνική Μέριμνα του Δήμου. Τις περισσότερες ώρες βρισκόμουνα μέσα σε δρόμους και σε ρημάδια των ακραίων συνοικιών της πόλης μας. Πλαγινοί μου γείτονες του μικρού μου γραφείου και της καρέκλας μου είχα δεξιά μου δασκάλες της Επαγγελματικής Σχολής του Δήμου μας κι αριστερά μου το γραφείο που εργαζόταν ο Κλέαρχος Μιμίκος από χρόνια υπάλληλος στο Τμήμα Τεχνικών Υπηρεσιών.

Κι αυτός ο άνθρωπος, μου συμπαραστάθηκε σαν αδελφός μου σ’ αυτή την δύσκολη περίοδο της ζωής μου καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για να συνέλθω από το βαρύ πένθος μου και την κλονισμένη υγεία μου. Ήταν ένας άνθρωπος μ’ εξαίρετη πνευματική καλλιέργεια κι ‘ένας από τους ολίγους εποίκους σ’ αυτήν την πόλη μας με διάπυρη αγάπη σ’ αυτήν και κυρίως στον πνευματικό της τομέα. Εκδότης και διευθυντής του ανεπανάληπτου περιοδικού “Πειραϊκά Γράμματα” και των ανθεστηριακών πανηγυρικών τευχών. Αλά και δόκιμος λεπτότατος σμιλευτής του λυρικού στίχου.

Αλλά κι ο μακαρίτης κι αξέχαστος Χρήστος Λεβάντας μου συμπαραστάθηκε κι αυτός με αδελφική στοργή κι αγάπη απ΄ αρχής της γνωριμίας μας ως τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Θεός σχωρέστον! Και θυμάμαι με πόση συγκίνηση και ταραχή με πληροφόρησε πριν ακόμα ανακοινωθεί επίσημα πως ο Δήμαρχος και ο Γενικός Γραμματέας του Δήμου αποφάσισαν να παραιτηθούν από το αξίωμά τους, μη αντέχοντας να εκτελούν ταπεινωτικά σατραπικές διαταγές του Γερμανού Φρουράρχου Πειραιώς κι αναγκαστικές μαζί του συνεργασίες…. Και η τρομερή αυτή κατάσταση με τις τόσες και τόσες συνέπειες από τα πολεμικά γεγονότα ολοένα και χειροτέρευε. Φόβος και τρόμος, πείνα και εξαθλίωση, νεκροί επί νεκρών με αθρόα θαψίματα σε τεράστιους βαθείς λάκκους στην Ανάσταση.

1924 – Προπολεμική συντροφιά λογοτεχνών αποτελούμενη από τους Χρήστο Λεβάντα, Γρηγόρη Θεοχάρη και Γιώργο Μπουκουβάλα
Άλλη μια λογοτεχνική συντροφιά Πειραιωτών αποτελούμενη από Βουλόδημο, Χ. Λεβάντα και Μαράκη

Και σαν τι να πρωτοκάνει και σαν τι να πρωτοφτάσει αυτός ο φτωχός και ταπεινωμένος Δήμος μας για τους δυστυχείς κατοίκους αυτής της ρημαγμένης πόλης μας; Και οι περισσότεροι πλούσιοι “επτώχευσαν και επείνασαν” όπως και οι μεροκαματιάρηδες, οι εργατοϋπάλληλοι, οι επαγγελματίες κι όλος ο έντιμος και πιστός κόσμος μας στο πατριωτικό του χρέος. Όμως εμφανίστηκαν και αγέλες από λύκους που χαίρονταν και πλούτιζαν σαδιστικά μέσα σ’ αυτή την αναμπουμπούλα εκμεταλλευόμενοι τα κατοχικά δεινά του κόσμου μας και κυρίως την πείνα του. Γνωστή και μυριοϊστορημένη αυτή η εφιαλτική και συνάμα θανάσιμη σχεδόν τετράχρονη πορεία όλων των καθαρόαιμων Ελλήνων με τον σταυρό επ’ ώμου στο Γολγοθά του εθνικού μαρτυρίου!…

Μετά από καιρό ανέλαβα υπηρεσία στην κανονική μου οργανική θέση στην Υπηρεσία Καθαριότητας που στεγαζόταν κάτω από το Δημοτικό Θέατρο πότε εκτελώντας τα καθήκοντα του Επιστάτη, αλωνίζοντας τους δρόμους του τομέα μου και πότε εκτελώντας εσωτερική υπηρεσία στο γραφείο. Απ΄ τη μεριά του γραφείου μας η οδός Αγίου Κωνσταντίνου ήταν περιφραγμένη με συρματόπλεγμα και μόνο από το πεζοδρόμιο μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε προς τα πάνω και προς τα κάτω γιατί απέναντι μας είχε εγκατασταθεί μια μονάδα κατοχικού στρατού και στο ασφαλτοστρωμένο κατάστρωμά της παρκάριζαν τ’ αυτοκίνητα των Γερμανών.

Κατοχική διανομή άρτου στον Πειραιά με τη χρήση δελτίων. Οι φέτες τέμνονταν με τα δράμια

Οι οδοκαθαριστές μας σχεδόν σκελετωμένοι ή πρησμένοι κι αυτοί από αποβιταμίνωση έκαναν τη σκληρή δουλειά τους κυριολεκτικά με την ψυχή στα δόντια κι ολοένα και απειλούσαν τον Δήμο από την Κομαντατούρα για τη μη έγκαιρη περισυλλογή κι αποκομιδή των απορριμάτων που σε τεράστιες ποσότητες αφήνονταν έξω από τις στρατιωτικές τους μονάδες. Εν τω μεταξύ αρχίσαμε να δίνουμε μια πρόσθετη μερίδα 40 δράμια ψωμί και μια μερίδα πλιγούρι στους εργαζόμενους και κάθε τόσο και γίνονταν νέες προσλήψεις από οδοκαθαριστές, οδηγούς και συνοδούς αυτοκινήτων αποκομιδής απορριμμάτων κ.α. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν νέοι που διεκδικούσαν την δική τους και της οικογένειάς τους την επιβίωση με κάθε τρόπο, ακόμη και ριψοκίνδυνα με λογής πάρε δώσε με τους Γερμανούς στρατιώτες αγοράζοντας απ΄ αυτούς μια κουραμάνα, μια κονσέρβα, κι ότι άλλο τρόφιμο ή και με …. κλήριγκ!

Ανήλικοι λούστροι κατοχής στον Πειραιά

Κι ο φόβος αυτών των συναλλασσομένων τις περισσότερες φορές ήταν αμοιβαίος, γιατί υπήρχε και το μάτι της Γκεστάπο που ήταν περισσότερο άγρυπνο σε μονάδες που υπηρετούσαν Αυστριακοί, όπως αυτή η γειτονική μας μονάδα . Κι ήταν πως από το διαβόητο “Άνσλους” που ενσωμάτωσε με αυτό ο Χίτλερ την Αυστρία με το Γ’ Ράιχ, οι Αυστριακοί ένιωθαν βαθιά τους μεγάλο μίσος στους Ναζιστές. Οι ηλικιωμένοι μας οδοκαθαριστές άτολμοι και κάπως μοιρολάτρες αρκούνταν σε κανένα των Γερμανικών απορριμμάτων… τυχερό και σπάνια από κανέναν Αυστριακό ή κρυφο-αντιναζίστα Γερμανό φαντάρο ένα κομμάτι κουραμάνα ή κάτι άλλο φαγώσιμο. Και πάντα να’ χουμε ουσιαστικό μας αφέντη τον Γερμανό Φρούραρχο τρίζοντας τα δόντια του σε όλες τις υπηρεσίες του Δήμου και περισσότερο στην υπηρεσία καθαριότητας με εγκατεστημένο στον Δήμο σύνδεσμό του και διερμηνέα. Και θυμάμαι πως μια μέρα του επάρατου χειμώνα του ’41 είχα πάει να αγοράσω λίγα χαρούπια που πουλούσαν έξω από το ζαχαροπλαστείο του Ψαράκη στην οδό Τσαμαδού και στο γυρισμό μου είχε δυναμώσει ένα ψιλοβρόχι σε μπόρα δυνατή. Περπατώντας στο πεζοδρόμιο για νάχω λιγότερο βρέξιμο ανεβαίνοντας εγώ, κατέβαινε από το ίδιο στενό πεζοδρόμιο ένας βαθμοφόρος Γερμανός. ΚΙ επειδή δεν κατέβηκα στο δρόμο για να περάσει αυτός άνετα σταμάτησε ξάφνου το βήμα του και κοιτάζοντάς με άγρια, μούδωσε μια εντυπωσιακού άλγους στα πισινά μου κλωτσιά με τη χοντρόβαρη μπότα του λερώνοντας και το ρούχο μου με λασπόνερα. Πρώσος θάναι σκέφτηκα τούτος ο άσσος της κλωτσιάς πανάθεμά τον!…

Συμβολή Γεωργίου με Βασιλίσσης Σοφίας

Η κάπως όψιμη τούτη αναφορά μας στα κατοχικά σκληρά και μαύρα χρονικά δεν ξέρω αν ακολουθεί πιστά ή χρονολογική σειρά της εξιστόρησής τους, γιατί δεν κράτησα σ’ αυτά τα βιωμένα μου κατοχικά χρόνια ούτε ημερολόγιο, ούτε σημειώσεις και η αναδρομή της ανακυκλωμένης σ’ αυτά μνήμης μου έχει οπωσδήποτε ημερομηνιακή ανακολουθία όντας βέβαιος αν τα ανέφερα όλα τα περιστατικά που συνέβησαν την περίοδο 1941 – ’42.

Η περιπέτεια του Περάματος

Μια μέρα μου είπε ο καλός εκείνος φίλος μου ο Κλέαρχος Μιμίκος, να πάμε σε μια θαλασσινή περιχή να κάνουμε μπάνιο, να ξανασάνουμε λίγο και να αντλήσουμε κουράγιο από το ζωογόνο αυτό υγρό στοιχείο της αιώνιας φύσης μιας κάποια εγκαρδιωτική σωματο-ψυχική δύναμη, μια κάποια διέγερση αισιοδοξίας για ένα γρήγορο αποτίναγμα της σκλαβιάς μας. Κι αποφασίσαμε να πάμε την ερχόμενη Κυριακή στο Πέραμα. Ήρθε η Κυριακή και πρωί πρωί φτάσαμε με το τραμ στο Πέραμα.

Τραμ Περάματος 1940 σε χρωματισμό καμουφλάζ

Εκεί γιαλό γιαλό προχωρήσαμε και σταθήκαμε σε μια γραφική ακτούλα στην οποία όμως δεν είδαμε κανένα άλλο να κολυμπά στη θάλασσά της. Και την προτιμήσαμε για μπάνιο και ηλιοχάϊδεμα του ταλαίπωρου κορμιού μας από τον πρωτοζωοδότη ήλιο. Εκεί, όπως ίσως και σήμερα, υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή, ένα ορόσημο, που απαγορεύει την προσπέλαση του κοινού στην παραπέρα περιοχή από στεριά και θάλασσα, γιατί από εκεί αρχίζει ένα κατεστημένο του Πολεμικού Ναυτικού. Είδαμε την απαγορευτική πινακίδα και τη λάβαμε υπόψη μας. Γδυθήκαμε και πέσαμε στη θάλασσα με απόσταση καμιά εικοσαριά μέτρα απ’ αυτή. Κολυμπώντας εγώ προχώρησα λίγο, αλλά όχι παραπάνω από πέντε έξη μέτρα, γιατί όσο προχωρούσα τόσο κι εύρισκα στο βυθό και στο βραχόπετρες επιθυμητά μου οστρακοειδή θαλασσινά.

Διέλευση τραμ από την οδό Δογάνης μεταπολεμικά

Κι ενώ είχα στα χέρια μου δύο μεγάλες σαρκομένες κοχύλες κι έψαχνα να βρω κι άλλες, βλέποντας να αναπηδά σε πεντέξη μέτρα απόσταση από εμένα το νερό στην απανωσιά της θάλασσας άρχισαν να φωνάζω ευδαιμονικά. “Κλέαρχε για κοίτα ψάρια που πηδούν έξω από το νερό. Κοίτα, κοίτα….” Κι αυτός αρκετά πίσω μου αναστατωμένος άρχισε να μου κάνει χειρονομίες και νοήματα να πισωγυρίσω γρήγορα γρήγορα βγαίνοντας από τη θάλασσα, γιατί δεν πηδούν έξω από το νερό ψάρια, μα πέφτουν βόλια από την παραπέρα πάνωθε σκοπιά από Γερμανό φρουρό κι αυτό φουσκαλίζουν στο νερό! Μόλις και ξεθαλασσώσαμε και οι δύο αρπάξαμε τα ρούχα μας στα χερία και πήραμε δρόμο σαν λαγοπόδαροι.

Ταραντέλα και καμπίνες λουτρών Νέου Φαλήρου κατά την περίοδο της κατοχής

Στο Μέγαρο Γαβριήλ

Μέρα μεσημέρι στην είσοδο του Μεγάρου Γαβριήλ με στρίμωξε αδίστακτα αλλά εύσχημα και ευγενικά ένας άγνωστός μου άνδρας, ηλικίας 23 – 27 ετών και άρχισε να με ρωτά:

– “Αυτοί οι νεαροί που σου κάνουν νοήματα και βγαίνεις έξω από το γραφείο στο πεζοδρόμιο και κρυφομιλάτε τι θέλουν από σένα; τι κουβεντιάζεις μαζί τους; Τα χαρτιά που σου δίνουν και διαβάζεις τι γράφουν;”.

Του απάντησα: “Αυτά τα παιδιά είναι πολύ καλά παιδιά που σπουδάζουν σε γυμνάσιο και πανεπιστήμιο τα περισσότερα και τίποτε άλλο δεν συζητάμε μεταξύ μας άσχετο με τα φιλολογικά μας ενδιαφέροντα. Εκδίδουν λογοτεχνικά περιοδικά και πότε μου ζητούν τη γνώμη μου για τα γραπτά τους και πότε για να τους δώσω συνεργασία μου για τα περιοδικά τους”.

– “Και εσύ τι είσαι δάσκαλος; Πρόσεξε, πρόσεξε, γιατί έχω έγκυρη πληροφορία, πως από μικρός τάχεις μουσκέψει με τις αποτολμιές σου. Οι Γερμανοί και στον χαρτοπόλεμό σας απαντούν με σφαίρες, τ’ ακούς;”

– “Κι εσύ του λόγου σου ποιος είσαι; Αν είσαι αστυνομικός δείξε μου την ταυτότητά σου. Τι θέλεις από μένα; Εγώ αυτή την ώρα κάνω την δουλειά μου επιστρατεύοντας οδοκαθαριστές σε αυτούς τους δρόμους. Ως μέχρι σήμερα δεν είχα καμιά ενόχληση από την αστυνομία, καμιά παρατήρηση και μπλεξούρα για τίποτε, καμία παρακολούθηση”.

“Τα μυαλά σου. Χαμήλωσε φωνή! Αν είσαι εν τάξει ή όχι αυτό θα το δούμε” και λέγοντας αυτά τα τελευταία λόγια του έβγαλε από τη μια τσέπη του και μού δειξε μια σφαίρα κι από την άλλη ένα μικρό περίστροφο κι ανοίγοντάς το την έβαλε στην άδεια θέση της και ξεκουμπίστηκε. Κι όταν αυτή η μέρα νύχτωσε κι έπεσα στο κρεβάτι του σπιτιού μου, ύπνο δεν είχα. Συλλογιζόμουν και συλλογιζόμουν το τι έπρεπε να κάνω, σε ποιον έπρεπε να πω αυτό το τρομακτικό περιστατικό. Αμηχανία. Τελικά αποφάσισαν να το αποσιωπήσω, να το ξεχάσω. Και ποτέ πια δεν είδαν τα μάτια μου αυτόν τον θρασύτατο άνθρωπο, που μέρα μεσημέρι σε έναν κεντρικό δρόμο με τόσο κόσμο και σε μια είσοδο μεγάρου μου έκανε τόσο άφοβα και θρασύτατα την απειλητική επίδειξη της οπλοφορίας του. Και τώρα το τρίτο περιστατικό που δεν μπορώ να το χρονολογήσω με ακρίβεια.

Ένας φίλος μου φοιτητής μου έλεγε, πως κάνει ψυχολογικούς πειραματισμούς για να διαπιστώσει αν οι Γερμανοί στρατιώτες είναι όλοι Ναζιστές, ή όχι, ένα είδος όπως λέμε τεστ ή γκάλοπ. Και το κόλπο του ήταν το εξής. Όταν συναπαντιόνταν με κάποιο ασυντρόφευτο Γερμανό στρατιώτη ή αξιωματικό σήκωνε το χέρι του και τον χαιρετούσε με το Χάιλ Φύρερ. Μα στους δέκα μονάχα δυο τρεις τον αντιχαιρετούσαν παρόμοια, ενώ οι άλλοι τούριχναν μια ελεεινολογική ματιά ή του έκαναν αηδιαστικές γκριμάτσες. Και τούτο μούλεγε, σήμαινε πως η προσποιητή αυτή ναζιστική συμπεριφορά του ήταν αποκρουστική από αυτούς τους Γερμανούς κατά πλειοψηφία. Τον οικτήρανε σαν μητραλοία δουλοπρεπή ραγιά, κάθαρμα. Άρα, έπρεπε να συμπεράνουμε πως ο στρατός της Βέρμαχτ ήταν κατά 90 τοις εκατό αντιναζιστικός κι άλλο δεν ήθελε να ποθούμε από το θάνατο του Χίτλερ και τον τερματισμό αυτού του παγκόσμιου μακελειού. Και για να το αποδείξει πως έτσι έχουν τα πράγματα, σε ένα περίπατο που κάναμε μαζί στο Νέο Φάληρο μόλις και είδε να περνάει από κοντά μας ένας μονάχος νεαρούλης Γερμανός ναύτης ύψωσε το χέρι του ξεστομίζοντας το “Χάιλ Χίτλερ” Μα σε αυτόν τον ψυχοβυθομετρικό πειραματισμό του είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία γιατί ο ναύτης τον έφτυσε, τον μούτζωσε και του πέταξε λόγο, που μεταφραζόμενος απ’ τα γερμανικά σήμαινε “Άμε γα…”. Και γεμάτος χαρά μου έλεγε πως του ήρθε σαν τρέλα να αγκαλιάσει, να φιλήσει αυτό το ναύτη, αν δεν τον συγκρατούσε εύλογος φόβος.

”Επί τέλους”, μούλεγε, τώρα σαν θριαμβευτής, “επί τέλους, όσο σπάνε τα μούτρα τους οι γερμανικές στρατιές στη Ρωσία, τόσο κι αποναζιστοποιούνται όχι μονάχα οι απλοί στρατιώτες, αλλά και αυτοί οι αξιωματικοί τους από τη βάση έως την κορυφή της Βέρμαχτ. Και θα το δούμε αυτό γρήγορα ή αργά. Αυτά τα λόγια μου θα το θυμηθείς, όταν αρχίσει κρυφά και φανερά του Χιτλεροναζισμού το Βατερλό κι απ΄ τα ίδια του τα σπλάχνα”.

Μα κι εγώ σε ένα τέτοιο άδοξο οικτρό τέλος της χιτλεροναζιστικής πανούκλας ακράδαντα πίστευα κι άλλο τίποτα δεν περίμενα…

Στο ελεγχόμενο από τους Γερμανούς λιμάνι του Πειραιά η κίνηση ήταν ελάχιστη τον δύσκολο χειμώνα του 1941 – ’42

Η ιταλική παράδοση

Από τις 24 Ιουλίου 1943 που ανακοινώθηκε επίσημα από την Ρώμη η πτώση του Φασισμού κι ο Βασιλιάς της Ιταλίας ανέθεσε την διακυβέρνηση της χώρας στον Μπαντόλιο, οι Γερμανοί θεωρούσαν πια τα ιταλικά στρατεύματα όπου κι αν βρίσκονταν κοντά τους εχθρικά. Κι όταν στις 8 Σεπτεμβρίου ο Αϊζενχάουερ ανάγγειλε από το ραδιόφωνο την ανακωχή και ο ιταλικός στρατός εγκαταλείφθηκε στην τύχη του, τα όσα στρατεύματα βρέθηκαν στα χέρια των Γερμανών καταπολεμήθηκαν απ’ αυτούς σαν προδοτικά και μας είναι γνωστή η τραγική μοίρα τους. Εμείς εδώ πληροφορηθήκαμε τη πτώση του Μουσολίνι έπειτα από ένα συναγερμό που σήμανε ξάφνου και απαγορεύοντας οι Γερμανοί την κυκλοφορία του κόσμου μας, που είχε πια αναπτερωμένο το ηθικό του από τις συμμαχικές επιτυχίες στα περισσότερα πολεμικά μέτωπα.

Αποχώρηση Ιταλών από την Ελλάδα

Και βρέθηκα αυτή τη μέρα που αν δεν κάνω λάθος ήταν Κυριακή στα “Βοτσαλάκια” της Καστέλλας από το πρωί με δυο φίλους μου κολυμπώντας και λιαζόμενος. Και ξάφνου σήμανε αυτός ο συναγερμός αλλά οι περισσότεροι κολυμβητές νόμισαν πως έγινε για να πάει ο κόσμος στα καταφύγια να προφυλαχθεί από Συμμαχικό βομβαρδισμό. Κι ο ένας έλεγε “Καλά είμαστε μέσα στη θάλασσα γιατί τα συμμαχικά αεροπλάνα δεν βομβαρδίζουν τα περιγιάλια που δεν έχουν γερμανικές μονάδες”, άλλος έλεγε “Πρόκειται για δοκιμαστικό συναγερμό για αυτούς τους ίδιους τους Γερμανούς” κι άλλοι τα δικά τους εξακολουθώντας να μένουν στη θάλασσα, ακούγοντας τις σειρήνες. Μα δεν ήταν έτσι τα πράγματα, γιατί από το ψήλωμα της λεωφόρου Φαλήρου άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί στον αέρα κι απόμακρα μέσα στη θάλασσα. Οπότε άρον άρον ξεθαλασσώθηκαν οι κολυμβητές, ενώ οι όσοι το είχαν βάλει στα πόδια προτύτερα τρέχοντας με τα ρούχα τους στα χέρια φώναζαν στους κάτω τελευταίους αργοπορημένους “Βγείτε γρήγορα, γρήγορα, πάρτε τα ρούχα σας κι ανεβείτε τρέχοντας…”. Μα δεν προφτάσαμε! Οι Γερμανοί είχαν μπλοκάρει όλους τους δρόμους και μας οδήγησαν σαν κοπάδι πρόβατα με τα ρούχα στα χέρια και τα παπούτσια που περπατώντας τα φορούσαμε ένα ένα κατευθείαν στο Δημοτικό μας θέατρο. Κι όλοι με μια στάμπα από νερό πίσω στο παντελόνι μας, που το φορέσαμε πάνω από το βρεγμένο μας μαγιό. Εν τω μεταξύ είχαν οδηγηθεί εκεί μέσα κι άλλα κοπάδια από καθυστερημένους κι απρόφταστους να πάνε στα σπίτια τους να κλειστούν.

Στο “μαντρί” του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά

Εκατοντάδες Πειραιώτες πλημμύριζαν τα σκαλιά του Φουαγιέ, τα προπύλαια, το μέσα διάδρομο και όλο το χώρο έξω από την κύρια είσοδο του θεάτρου. Και τώρα τι κάνουμε; Και τώρα τι γίνεται; αναρωτιόμασταν ο καθένας. Πέρασε μια ώρα, πέρασε άλλη μια, κι όχι μόνο μας είχανε εκεί μέσα στοιβαγμένους, πεινασμένους και βάλε, αλλά κι εντελώς απληροφόρητους, για το τι επιτέλους συμβαίνει ως που κάποια στιγμή άρχισε να ψιθυρίζεται πως έπεσε ο Μουσολίνι και η Ιταλία δεν αποτελεί πια το δεύτερο σκέλος του Άξονα κι ότι οι Γερμανοί λαβαίνουν τα απαραίτητα μέτρα τους, μια και στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ιταλικά στρατεύματα. Και λέει ένας διπλανός μου: “Μακάρι να είναι αυτό κι όχι άλλο, ομηρεία να πούμε Χαϊδάρι και βάλε με ό,τι άλλο χειρότερο…”.

Κι ωστόσο η αγωνία του εγκλωβισμένου πλήθους μέσα κι έξω από το θέατρο ολοένα και φούντωνε με το πέρασμα της ώρας “κι αν” είπε κάποιος “διαλέξουν κάμποσους από μας και μας πάνε για εκτέλεση, για αντίποινα κάποιου φόνου Γερμανού που ίσως έγινε εδώ στον Πειραιά;”. Την ώρα αυτή κάτι σκέφτηκα κι αποφάσισα να το αποτολμήσω. Και μόλις γύρισα πλάτη προς τη θέση που στεκόμουν ο Γερμανός φρουρός αφήνω ξάφνου “μπόι” που λέμε, από το χοντρόπετρο πεζούλι και βρίσκομαι μέσα στα κάτω του θεάτρου αποχωρητήρια. Με την ψυχή στο στόμα ζήτησα από την καθαρίστρια το κλειδί του δίπλα σε αυτά γραφείου της υπηρεσίας καθαριότητας για να μπω μέσα να κρυφτώ. Μου λέει αυτή, πως δεν το έχουν αφήσει το κλειδί και τότε ξαφνικά βλέπω τη γυναίκα να γονατίζει μπροστά στον Γερμανό φρουρό, νοιώθοντας αυτή την ίδια στιγμή το νυγμό της αιχμής μιας ξιφολόγχης στη ράχη μου. Η καλή αυτή γυναικούλα που κατοικούσε στην Κοκκινιά κι από χρόνια ήταν καθαρίστρια σε αυτά τα δημοτικά αποχωρητήρια, είχε νομίσει πως ο φρουρός θα με σκότωνε μπροστά της εκεί μέσα και τον ικέτευε γονατισμένη μπροστά του, λέγοντας τ’ ακατανόητα για αυτόν πως επήγα εκεί για σωματική μου ανάγκη, ότι δουλεύω στο πλαγινό γραφείο κι άλλα τέτοια.

Όταν με ξαναστρίμωξε ο φρουρός στο μαντρί του Δημοτικού θεάτρου ο κόσμος εκεί μέσα ένοιωθε το αίμα του περισσότερο παγωμένο από αυτό αυτό το επεισόδιο και μάλιστα όταν είδαν κάποιον δίχως στολή Γερμανό να μου κάνει μια εκφραστική απειλητική γκριμάτσα που σήμαινε πως θάχω συνέπειες για αυτή την αποκοτιά μου. Κι από τη στιγμή αυτή κανένας πια δεν άλλαζε λόγο με τον άλλο. Έχοντας διαπιστώσει πως ανάμεσα στους φρουρούμενους βρίσκονται και απίθανοι φρουροί, όπως εκείνος που ειδοποίησε τον ένοπλο φρουρό για το σκάσιμό μου. Τελικά, όταν άρχισε να νυχτώνει μας άφησαν όλους ελεύθερους κι ο καθένας έτρεχε να φτάσει όσο το δυνατό πιο γρήγορα κι όσο μπορούσαν τα κουρασμένα πόδια του από την πολύωρη ορθοστασία.

Ξυλοδαρμός στη γέφυρα Καλαμάκη

Ως με τη γέφυρα του Καλαμάκη, συμπορευόμουν με άλλους ομοιοπαθείς, αλλ’ από εκεί και πέρα έβλεπα πως ήμουνα μόνος. Και μόλις κατέβηκα τα τελευταίο σκαλί της γέφυρας αντικρίζω ένα μπουλούκι από καμιά δεκαριά άτομα στο πεζοδρόμιο της γωνίας των οδών Μουτσοπούλου και Αθηνών. Πού να φανταστώ πως περίμεναν εμένα και βρίσκονταν εκεί για…. υποδοχή μου;

Και ως έκαναν, εντελώς ανύποπτος να τους προσπεράσω τραβώντας δρόμο για το σπίτι μου μ’ αρχίζουν όλοι αυτοί στα σωρηδόν χαστούκια, στις κλωτσιές και κατακεφαλιές κι έτσι τρομερά κακοποιημένος και μισόπνοος, εξουθενωμένος και ματωμένος απ΄ αυτόν τον απίθανο επίλογο, που είχε η από μεσημέρι ως το βράδυ αυτή περιπέτειά μου έφτασα με την ψυχή στο στόμα και σε άθλια χάλια στο σπίτι μας. Και απορούσα κι έμενα άγρυπνος όλη τη νύχτα από μέσα μου. Άραγε ποιοι να ήταν αυτοί; Αυτό το αδίστακτο και μανιασμένο μπουλούκι που με έπιασε και με έσπασε στο ξύλο;

Όχι, δεν μπορούσα να το πιστέψω γιατί η ηλικία τους, οι βρισιές τους και το έκδηλα κουτσαβικίστικο μούτρο τους δεν με έπειθε πως ήταν όργανα της αστυνομίας. Αλλά ποιοι ήταν και γιατί μου΄ στησαν αυτή τη παγάνα; Ποιος τους προέτρεψε να μου ριχτούν έτσι και να με κάνουν “τ’ αλατιού” που λέμε; Κύριος οίδε!…

Στην Κομαντατούρα

Την άλλη μέρα είχαν γίνει γνωστά τα συμβάντα στον Δήμο κι εύλογα ανησύχησαν και για μένα, όπως και σ’ άλλες περιπτώσεις με υπαλλήλους του Δήμου πολύ σοβαρότερες. Με είχαν αναφέρει από την Κομαντατούρα με την κατηγορία ότι αποπειράθηκα να δραπετεύσω από το γκέτο του Δημοτικού Θεάτρου, ότι δεν έδωσα σημασία στο ΑΛΤ του φρουρού και τον ανάγκασα να πηδήξει κι αυτός από το πεζούλι για να με συλλάβει. Έγιναν σχετικές ενέργειες με αποτέλεσμα να με παραπέμψουν σε Γερμανό αρχίατρο για να με εξετάσει και να βεβαιώσει πως έχω σε μεγάλο βαθμό ελάττωμα με την ακοή, ότι δεν άκουσα το ΑΛΤ κι ότι έτρεξα βιαστικά πηδώντας το πεζούλι για τη σωματική μου ανάγκη, δίχως καμία πρόθεση να το σκάσω.

Η σφραγίδα της Γερμανικής Διοίκησης Πειραιά

Και με πήγαν στην Κομαντατούρα όπου με εξέτασε ο γιατρός αφού πρώτα πήρε από το γραφείο μου ένα έγγραφο – κατηγορητήριο και το διάβασε. Μου έκανε μια νοηματική χειρονομία στο δικό του αυτί, που σήμαινε ερώτημα “Δεν ακούς;”. Του απάντησα καταφατικά με το νόημα ΔΕΝ. Τότε μου έκανε μια χειρονομία καθησυχαστική και με ξεπόρτισε. Την παρ άλλη ημέρα πήγα στον Δήμο και η γυναίκα – διερμηνέας μου έδωσε τη βεβαίωση γραμμένη Γερμανικά και μαζί τη μετάφραση που έκανε. Αυτή η βεβαίωση μου είπε, δεν πρόκειται να σου είναι χρήσιμη, γιατί είναι αποκλειστικά και μόνο για να σταλεί στην υπηρεσία που σε κατηγόρησε και να απαλλαγείς από αυτήν, δίχως ανακρίσεις και παραπομπή σε στρατοδικείο. Αλλά εν πάση περιπτώσει, αν θέλεις να την έχεις πάνω σου, αν και πιστεύω πως στο εξής θα είσαι περισσότερο προσεκτικός. Τίποτε περισσότερο, τίποτα λιγότερο δε γράφει από το ότι δεν άκουσες το ΑΛΤ του φρουρού, ότι δεν ακούς.

Το βράδυ της ίδιας αυτής ημέρας αντάμωσα το μακαρίτη Σάββα Παπαδόπουλο, που πότε ανταμώναμε στο σπίτι του, πότε σε ένα ταβερνάκι σε μια πάροδο της οδού Ηφαίστου και σε ένα κρασομπακάλικο της οδού Τσαμαδού για με πληροφορήσει για τις πολεμικές εξελίξεις και μάλιστα διεξοδικά. Και από τους μακαρίτες Χρήστο Λεβάντα και Νίκο Χατζάρα λάμβανα ενημέρωση, ωστόσο ο Σάββας αντλούσε τα νέα του από περισσότερες πληροφοριακές πηγές…

Πυροβολισμός κατά του Λαμπρολέσβιου

Από το βράδυ εκείνο που ξυλοκοπήθηκα άγρια στη γωνιά των οδών Αθηνών και Μουτσοπούλου από την ορδή των “αγνώστων ελληνόφωνων παλικαράδων” παρόλο το υποτιθέμενο ξέμπλεγμά μου από την Κομαντατούρα, φοβόμουν και περισσότερο αηδίαζα να περπατώ σε αυτήν την περιοχή. Για την μετακίνησή μου από το σπίτι στο γραφείο και τανάπαλιν λοξοδρομούσα από τις γραμμές ΣΕΚ και ΣΠΑΠ πιάνοντας την οδό Ρετσίνα και στην επιστροφή μου στο σπίτι, από την πλατεία Ιπποδαμείας και πάλι στην οδό Ρετσίνα.

1939 – Οδός Ρετσίνα

Θα είχαν περάσει λίγες εβδομάδες από εκείνο το περιστατικό, όταν μια μέρα, κατά τις 2.30 μ.μ. Έχοντας σχολάσει από την δουλειά μου και κρατώντας στα χέρια μου μια σακκουλίτσα με μια μερίδα ψωμί και πλιγούρι μέσα σε ένα δοχειάκι, διασκέλισα την πλατεία κι άρχισα να περπατώ προς τα κάτω την οδό Ρετσίνα, ίσα για να φτάσω κι αυτή τη μέρα με γυροβολιά στο σπίτι μου. Περπατούσα στο αριστερό πεζοδρόμιο. Τα περισσότερα μαγαζιά κι από τις δύο πλευρές του δρόμου αυτή την ώρα ήταν κλειστά κι η κίνηση τροχοφόρων μειωμένη. Ξάφνου βλέπω να ανεβαίνει τον δρόμο ένα μεγάλο φορτηγό γερμανικό αυτοκίνητο με μειωμένη ταχύτητα, γεμάτο λαχανικά. Ένας συνοδός – φρουρός πάνω στην κορυφή του φορτίου στρέφοντας μια στιγμή το κεφάλι του προς τα πίσω, είδε στο κατάστρωμα του δρόμου πεσμένα κάμποσα κουνουπίδια και δύο τρία παιδιά να κρατούν στην αγκαλιά τους κουνουπίδια και να τρέχουν προς μια πάροδο, να χάνονται απ΄ τα μάτια του. Κι αυτός δαγκώνεται εξωφρενιάζεται, καρφώνει αστραπιαία το βλέμμα του και δίχως καν να πάρουν είδηση ο οδηγός του αυτοκινήτου κι ένας άλλο πλάι του για την κατρακύλα των κουνουπιδιών στο δρόμο, βγάζει περίστροφο και με πυροβολεί καλοσημαδεμένα. Και μήτε φρενάρισε και στάθηκε το αυτοκίνητο, παρόλο που οδηγός και παρακαθήμενός του άκουσαν τον πυροβολισμό. Η σφαίρα πέρασε ξυστά από το δεξιό μου πλευρό, πάνω από την τσέπη του σακακιού μου, παρά τρίχα σε ψαχνό και κόκκαλο και σπάζοντας στην διαπέρασή του το βόλι τη τζαμαρία ενός υποδηματοποιείου σφηνώθηκε κάπου μέσα στο μαγαζί κι όλο το πεζοδρόμιο γέμισε από θρυμματισμένα γυαλιά της τζαμαρίας, που σμπαραλιάστηκε με πάταγο. Ρίχνω μια ματιά μέσα στο εσωτερικό του μαγαζιού και δεν βλέπω άνθρωπο. Τρομοκρατημένος και σταυροκοπούμενος, τρέμοντας σύγκορμος, το έβαλα στα πόδια παίρνοντας την πρώτη πάροδο που θα με έβγαζε στα Καμίνια. Μόλις έφτασα στο σπίτι έβγαλα το σακάκι μου και ψαχούλεψα το πλευρό μου. Ευτυχώς και δόξα στην θεία πρόνοια δεν είχα τραυματιστεί. Τρέμοντας η μάνα μου άρχισε να μου λέει: “Τι έπαθες; τι χλομάδα είναι αυτή που έχεις, ποιο πάλι κακό σε βρήκε;”. Της αφηγήθηκα με λίγα λόγια κι αυτό το κακό που με βρήκε και παρά τρίχα να με ξαπλώσει νεκρό μέσα στον δρόμο.

Άναψε η ταλαίπωρη καντήλι θυμιάτισε και γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι ευχαριστώντας τον Θεό για τον οίκτο και το έλεός του στο παιδί της.

Το σακάκι μου αυτό το είχα φυλάξει ως την απελευθέρωσή μας, αλλά δεν ήθελε η μακαρίτισσα η μάνα μου να το βλέπω και να θυμάμαι αυτές τις καταραμένες ημέρες του φόβου, τρόμου και κινδύνου της ζωής και το εξαφάνισε δεν ξέρω πώς. Και με αυτό το πιο αναπάντεχο και τρομερό περιστατικό οι νύχτες μου είχαν φυσικά γίνει πιο εφιαλτικές….

Μεταπολεμική επίσκεψη στο κατάστημα της οδού Ρετσίνα 132

Και τώρα μια παρενθεσούλα. Είχα περάσει από καιρό και κάπως φοβισμένα, μη βρω μπελά κι από τους δικούς μας, σαν αίτιος του χαλασμού που έγινε μέσα σε αυτό το υποδηματοποιείο και ρίχνοντας δυο τρεις ματιές στην ταμπέλα του διάβασα “Υποδηματοποιείον Ε. Κελεσίδης” και δίπλα από την ταμπέλα “οδός Ρετσίνα 132”.

Πέρασαν από τότε δεκαετίες ολόκληρες και πρόπερυσι μέσα στα χαρτιά μου βρήκα και το σημειώμά μου για αυτό το μαγαζί, που άλλωστε δεν το είχα ξεχάσει κι όταν περνούσα από εκεί μπροστά έκανα τον Σταυρό μου. Πήγα λοιπόν, με έναν δικό μου άνθρωπο, περίεργος να μάθω αν βρίσκεται στη ζωή αυτός ο υποδηματοποιός κι να θυμάται αυτό το κατοχικό περιστατικό. Μπαίνουμε στο μαγαζί του, τον χαιρετούμε και τους εξηγούμε το σκοπό της επίσκεψής μας αναφέροντας αυτό το συμβάν σε κείνα τα πανάθλια χρόνια μας. Ο άνθρωπος ξαφνιάστηκε. “Ναι ναι” μας είπε “πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω και πώς να μη δοξάζω κι ευχαριστώ ως τα σήμερα τον Θεό που έτυχε αυτή την κακή ώρα να μη βρίσκομαι μέσα. Έφριξα βλέποντας τη σμπαραλιασμένη βιτρίνα του μαγαζιού από το βλήμα. Και οι λίγοι επιζώντες γείτονές μου εδώ το θυμούνται κι αυτοί. Αυτός ο πυροβολισμός ήταν για μένα ως τα τώρα, ένα ανεξήγητο πράγμα, ένα μυστήριο…

…Όταν ο ρωσικός στρατός πέρασε από την άμυνα στις αντεπιθέσεις, ο λαός μας ανάσαινε το βορινό ελπιδοφόρο αέρα που προμηνούσε μαζί με το δυτικό το σίγουρο λυτρωμό του από τον κατακτητή. Κι εμείς εδώ σε αυτόν τον ταλαίπωρο τόπο μας διαπιστώναμε αυτά τα συμπτώματα της από μέρα σε μέρα αλλαγής της κατάστασης ακόμα κι από την έκδηλη απογοήτευση και ανησυχία των Γερμανών φαντάρων και ναυτών αλλά και αυτών ακόμα των αξιωματικών τους, γιατί όλοι τους τώρα ζούσαν με τον εφιάλτη και την αγωνία πως δεν θα αποφύγουν την προώθησή τους στην κόλαση του Ανατολικού Μετώπου. Κι αυτό γινόταν και στις εδώ στρατιωτικές μονάδες των Γερμανών που επανδρώνονταν τώρα με νεοφερμένους σε αντικατάσταση των όσων έπαιρναν φύλλο πορείας για τις ρωσικές φλεγόμενες στέπες. Κι αυτοί οι νεόφερτοι από την Γερμανία ανήκαν σε ακάλεστες κλάσεις ηλικιών και ίσως και καραβανάδες κι από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και από στρατευμένα σχολιαρόπαιδα. Έβλεπε κανείς αμούστακα στρατιωτάκια και ναυτάκια και μάλιστα σε μικρή ναυτική μονάδα στεγασμένη στο σπίτι του Φεράλδη, γωνία Γεωργίου Α’ και Φίλωνος, καινουργιοφορεμένα ναυτάκια ηλικίας μαθητών Γυμνασίου αξιοχάζευτα και συνάμμα αξιολύπητα σαν άθελά τους ξεσηκωμένα από τα μαθητικά τους θρανία, για να πληρώσουν δυσαναπλήρωτα στρατιωτικά κενά, που δημιουργούνταν από τις εξακολουθητικές απώλειες στην Ρωσία…

Ψάχνω για τον Νίκο Χαντζάρα και μιας και δεν ήταν στο υπόγειο σπίτι του σκέφτηκα πως θα τον πετύχω σε κανένα από τα δύο τρία υπόγεια μαγέρικα. Και τον πέτυχα σε ένα τέτοιο στην οδό Σωτήρος, λίγο πιο πάνω από τον Άγιο Σπυρίδωνα. Τον βλέπω από το πεζοδρόμιο σκύβοντας λίγο, σε ένα από τα πρώτα τραπέζια με φάτσα τον έξω δρόμο. Με βλέπει και μου κάνει νόημα να κατέβω. Κατέβηκα. Μόλις είχε αποφάει το συσσίτιό του, ένα πιάτο δεν ξέρω ποιού κατοχικού φαγητού. Είχε και κρασί και ζήτησε και τούφεραν ένα ποτήρι και για μένα. “Μέρες έχουμε να ιδωθούμε” μου λέει ο ποιητής των “Ειδυλλιών”. Κι αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας…

Πιστεύοντας εν τη αφελεία μου πως η αλλαγή ρότας στο πήγαινε από το σπίτι μου στην δουλειά και από την δουλειά στο σπίτι μου, με διασφάλιζε από ενοχλητικά και επικίνδυνα συναπαντήματα, μετά το περαστατικό της οδού Ρετσίνα άλλαξα και πάλι το δρομολόγιό μου παίρνοντας τώρα από το Δημοτικό Θέατρο την οδό Τσαμαδού, τον ανήφορο προς την Βαγγελίστρια κι από κεί κατηφόριζα στην παλιά Λαχαναγορά και με γυροβολιά έφτανα στο σπίτι μου στα Καμίνια…

Το τελευταίο ξεμάκρεμα ήταν πριν δύο μήνες ως την Καλλιθέα. Με είχε καλέσει γνωστός μου διακεκριμένος λογοτέχνης. Τον επισκέφθηκα στο σπίτι του και μετά δίωρη παραμονή μου στο σπίτι του σε ώρα αρχής νυχτώματος, έφυγα παίρνοντας τον δρόμο για τον ηλεκτρικό σταθμό, να πάρω το τραίνο για το Νέο Φάληρο κι από κεί να φτάσω στην οδό Πειραιώς, να την δρασκελίσω και παίρνοντας έναν άλλο ακόμα δρόμο προς τα κάτω να φτάσω τα Καμίνια. Όμως λίγο προτού φτάσω στον Ηλεκτρικό Καλλιθέας με σταμάτησαν δύο άτομα κι ενώ μου ψαχούλευε τις τσέπες ο ένας, ο άλλος από δίπλα του μου είπε “Το μέτρο αυτό αυτήν την ώρα είναι γενικό σε όλη την περιοχή”. Κι επειδή έδειχναν και οι δύο μια κάποια ημεροήτητα στη συμπεριφορά τους ξεθάρρεψα και τους είπα: “Αυτή είναι η τρίτη φορά που μου γίνεται σωματική έρευνα. Η πρώτη στον Πειραιά, η δεύτερη στην Αθήνα και η τρίτη εδώ πέρα, κατά σειρά. Αν σας έχουν πει πώς είμαι πιστολέρο λυπάμαι για την ευπιστία ας σε αυτή την πηγή των πληροφοριών σας”. “Καλά καλά, πήγαινε να πάρεις το τραίνο, φύγε”. Τράβηξα για το σταθμό κι ανεβαίνοντας τα σκαλιά του Σταθμού πισωγύρισα το κεφάλι μου προς τον δρόμο και βλέποντας νάρχονται άνθρωποι προς τον Σταθμό δίχως να τους σταματήσει κανείς για σωματική έρευνα, κατάλαβα, πως μου είπαν ψέμματα, πως το μέτρο αυτό δεν ήταν γενικό. Ήμουν βέβαιος πια πως το καραούλι τους εκεί πέρα ήταν για να ψάξουν μονάχα εμένα. Κι ακόμα είχα παραξενευτεί διαπιστώνοντας πως ο συνοδός αυτού που μου έκανε τη σωματική έρευνα έδειχνε πω ήξερε το ακουστικό μου μειονέκτημα, γιατί τα λόγια του έβγαιναν από το στόμα του λέξη λέξη και σφιχτά και με σουφρώματα των χειλιών του για να μπορώ να καταλάβω το τι μου λέει…”

Διαβάστε σχετικώς:

Ο ποιητής Νίκος Χαντζάρας (Ο Πειραιώτης)

Η Τερψιθέα του Αργύρη Κωστέα

ΤΑ ΒΑΓΟΝΙΑ – ΚΛΟΥΒΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ ΣΕΚ ΣΤΗΝ ΛΕΥΚΑ

Author

Ο Στέφανος Μίλεσης είναι συγγραφέας με εξειδίκευση στην επιχειρηματική ιστοριογραφία (MSc στην Διοίκηση Επιχειρήσεων). Από νωρίς καταπιάστηκε όμως και με τη μελέτη της αστικής ηθογραφίας και λαογραφίας, τις αστικές παραδόσεις, την τοπική και ναυτική ιστορία.