της Ελένης Σαμπαζιώτου- Καραμπέτσου

Ο πατέρας μου ευτύχησε να γεννηθεί σε μια βαθύτατα χριστιανική οικογένεια στα Υδραίικα του Πειραιά, δίπλα στο λιμάνι, το 1917. Πατέρας του ο Υδραίος Τσαγκάρης Βασίλης Σαμπαζιώτης και μάνα του η Ελένη Ζαρακοβίτου, γυναίκα αγία, συγχωρητική και μεγαλόψυχη που κουβαλούσε μέσα της την παράδοση της Μονής της Μαλεβής από τον Άγιο Πέτρο, τόπο καταγωγής της. Αδέρφια του ο Μίμης, ο άτυχος Γιώργος, ψάλτης στον Άγιο Νικόλαο, που μαζί με τον πατέρα του Βασίλη, χάθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Γερμανία μετά τη σύλληψή τους στο μπλόκο της Κοκκινιάς, η Ματίνα, ο Κώστας και η μικρότερη Άννα, φιγούρα αφοσιωμένης δασκάλας με τις πλεξούδες της, τον ασημένιο σταυρό και το βιβλίο.

Η καλοσύνη των απλών αυτών ανθρώπων αποκαλύπτεται και μέσα από ένα αληθινό περιστατικό της περιόδου των τραγικών ημερών της Μικρασιατικής καταστροφής. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν ακούστηκαν παιδικά κλάματα έξω από το σπίτι της οικογένειας. Ανοίγοντας, οι γονείς βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα μοναχό παιδάκι, τεσσάρων χρονών που είχε βρει καταφύγιο στα σκαλοπάτια του, ξεπουπουλιασμένο πουλάκι, προσφυγάκι, από τους εκατοντάδες που ξεφόρτωνε το καράβι στο λιμάνι του Πειραιά εκείνη την ώρα. Αφού το περιποιήθηκαν, το’ ριξαν στη στρωματσάδα με τ’ άλλα παιδιά τους, που κοιμόντουσαν. Είχαν αποκτήσει πια άλλον έναν αδελφό!

Χαρακτηριστικά της οικογένειας η βαθειά θρησκευτικότητα, η κλίση στη μουσική και στη ζωγραφική. Η Άννα και ο Αντώνης στη διανόηση, στη μελέτη συγγραμμάτων και βιβλίων.

Ο Αντώνης Σαμπαζιώτης σε νεαρή ηλικία

Από παιδί ο Αντώνης έψαχνε να βρει το “γιατί” σε ό,τι προσέβαλε και ταπείνωνε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, από το δράμα των εξαθλιωμένων προσφύγων, έτσι όπως αυτό εκτυλισσόταν στη γειτονιά του, μέχρι τις κοινωνικές διακρίσεις του σχολείου, χώρο στον οποίο δεν εντάχθηκε ποτέ, ήταν βλέπετε, αντιρρησίας και αριστερόχειρας. Άνοιξε μάλιστα μόνος του την πόρτα της εισόδου από τη δεύτερη τάξη του Β’ Γυμνασίου Αρρένων Πειραιά, όταν αρνήθηκε να πάει τη σακούλα με τα προς επιδιόρθωση παπούτσια του καθηγητή στον πατέρα του -πράγμα που γινόταν για πολλοστή φορά- χωρίς ο τελευταίος ν’ αμειβόταν για την εργασία του αυτή. Μπρος στα έκπληκτα μάτια των συμμαθητών του είπε τότε στον εμβρόντητο καθηγητή “Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί!”.

Έτσι βγήκε στη βιοπάλη, ως καλφόπουλο σ’ ένα κουρείο στη στοά του Αγίου Κωνσταντίνου, απέναντι από το περιβολάκι του Δημοτικού Θεάτρου. Πελάτης του μαγαζιού, ο Διευθυντής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης του Πειραιά, Λευκαδίτης στ’ όνομα, άνθρωπος έμπειρος που διείδε τη δίψα για μάθηση του μικρού κι άρχισε να του δανείζει βιβλία, αρχής γενομένης από τους “Αθλίους” του Βίκτωρος Ουγκώ. Η κίνηση αυτή ήταν το πρίμο αεράκι που φούσκωνε το πανάκι για ν’ ανοιχτεί η βαρκούλα του Αντώνη στον ωκεανό της γνώσης. Με ευγνωμοσύνη θα τον θυμάται για όλη του τη ζωή, ο πατέρας.

Πεθαίνοντας το αφεντικό, ο Αντώνης σε ηλικία 19 ετών γίνεται καταστηματάρχης βοηθούμενος από το κρυφό κομπόδεμα της μάνας του (συνηθισμένη τακτική των γυναικών της εποχής) και του νονού του, Αντώνη Αγκαθέλη, ενός φτωχού αλλά γενναιόδωρου Σμυρνιού που δεν παρέλειπε να φιλεύει καλούδια το βαφτιστήρι του Χριστούγεννα – Πάσχα, ενώ ο ίδιος ζούσε σε παράγκα! Ενίοτε μάλιστα προκαλούσε τη ζήλια των αδερφών το ολοκαίνουργιο πενηντάρι της Τράπεζας που συνήθιζε να του δωρίζει κάθε Πρωτοχρονιά. Πλούσιοι σε αισθήματα άνθρωποι σε χρόνους ανέχειας!

Μεροκαματιάρηδες οι επαγγελματίες της στοάς, δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί. Απέναντι από το κουρείο μια όμορφη χήρα έφτιαχνε καθρεπτάκια, πιο πέρα ένας πολυφαμελίτης τσαγκάρης και δίπλα δυο Σμυρνιωτοπούλες, η μικρότερη Άρτεμις, που του έκλεψε την καρδιά και η αδερφή της Αλίκη, προσπαθούσαν να επιβιώσουν με την τέχνη της γούνας. “Ενώθηκαν δύο δυστυχίες -εννοώντας φτώχειες- και κάνανε μια ευτυχία” έλεγε! Ο γάμος έγινε το 1937. Μη όντας ενήλικες, μάλιστα, χρειάστηκαν για το γάμο οι υπογραφές των γονέων τους. Το 1939 υπηρετεί την πρώτη θητεία του στα βουλγαρικά σύνορα, στη γραμμή Μεταξά. Ακολούθησε και δεύτερη το 1944 στην Παραμυθιά.

22 Φεβρουαρίου 1941 Αντώνης Σαμπαζιώτης

Κατοχή και η οικογένεια πανικόβλητη από τον φοβερό λιμό του χειμώνα του 1941 με τους χιλιάδες από πείνα νεκρούς σε Πειραιά – Αθήνα, μετακομίζει στο Βόλο. Μ’ ένα ποδήλατο, ο πατέρας οργώνει το θεσσαλικό κάμπο ανταλλάσσοντας λάδι με στάρι. Ώριμος πια, με αριστερή σκέψη, εντάσσεται σε ομάδες υποστήριξης των ανταρτών του Πηλίου. Κάποτε μάλιστα τους πιάσανε οι Ιταλοί. Οδεύοντας προς Λάρισα για να τους παραδώσουν στους Γερμανούς, ο Αντώνης άνοιξε μια πετσέτα με το ψωμοτύρι του που είχε κι άρχισε να τρώει. Ο Ιταλός τον ρώτησε “Ε εσύ γιατί τρως;” κι αυτός απάντησε στον διερμηνέα: “Να μην πάμε και πεινασμένοι στον κάτω κόσμο!”. Γέλασε ο Ιταλός και τον άφησε ελεύθερο.

Το 1943 η πόλη του Βόλου περνά από την ιταλική στη γερμανική κατοχή και αρχίζουν οι διώξεις εναντίον των Εβραίων. Όσοι εξ αυτών κατέφυγαν στους αντάρτες του Πηλίου διασώθηκαν. Με συγκίνηση αναφερόταν ο πατέρας στη φυγάδευση των διωκομένων Εβραίων προς το βουνό, γιατί σ’ αυτήν είχε πάρει μέρος κι αυτός με την δική του ομάδα υποστήριξης.

Στο μεταξύ η οικογένεια μεγάλωνε. Την Άνοιξη του 1942 είδα το φως της ζωής σε κλινική του Βόλου, με αμοιβή έναν τενεκέ λάδι! Το 1944 η οικογένεια επιστρέφει στον Πειραιά, όπου γεννιέται η Μαιρούλα μας. Τη δεκαετία του 1950 το κουρείο εκσυγχρονίζεται, μετακομίζει στην οδό Καραΐσκου, στην Πλατεία Κοραή απέναντι από τον Πειραϊκό Σύνδεσμο και μπαίνει συνέταιρος. Η πελατεία πληθαίνει και διαφοροποιείται σε δύο κατηγορίες: Σε ανθρώπους ανώτερης μόρφωσης, ποιητές, δημοσιογράφους, συγγραφείς, άπαντες με αριστερές ιδέες και σε λαϊκούς, απλούς ανθρώπους, κατατρεγμένους από διώξεις, εξορίες και διαδικασίες υπογραφής πιστοποιητικών νομιμοφροσύνης κλπ. Το μικρό μαγαζί γίνεται καταφύγιο ιδεών, κυψέλη συζητήσεων, ενώ απ’ έξω άνδρες της Ασφάλειας “έκοβαν κίνηση”.

Τότε είναι που ο Αντώνης κατασκευάζει με τα επιδέξια χέρια του σπιθαμή – σπιθαμή την παράγκα μας στη Μπάλα (σημερινή Ροδόπολη) της Δροσιάς. Στο ψηλότερο και εμφανέστερο μέρος του οικοπέδου στερεώνει σ’ ένα σιδερένιο στύλο το σήμα της Ειρήνης του Μπέρναντ Ράσσελ. Το σήμα αυτό το κατέβαζε μετά μανίας ο χωροφύλακας της περιοχής, όταν απουσιάζαμε από το σπίτι. Απτόητος ο πατέρας το αντικαθιστούσε με άλλο νέο τα Σαββατοκύριακα!

Έτσι, όταν το 1967 συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στα Γιούρα, αντιμετωπίζει την κατάσταση με ψυχραιμία, ίδιον του χαρακτήρα του, άλλωστε. Εδώ θα γνωρίσει από κοντά όλη την αφρόκρεμα της αριστερής διανόησης, προσωπικότητες -ιδνάλματα όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τ. Πατρίκιος, η Έλλη Παππά, ο Μάνος Κατράκης, η Β. Κατράκη, ο Βασίλης Ρώτας, ο Γιάννης Νεγρεπόντης κ.α.

Απ΄ αυτούς θα ρουφήξει όσα περισσότερα μπορούσε. “Μεγάλο Πανεπιστήμιο η εξορία!” έλεγε. Η νοητή βιβλιοθήκη των εξόριστων θα γίνει το καταφύγιό του. Ζυμώνει μέσα του ακούσματα, διαλόγους, προβληματισμούς και τα αποθησαυρίζει σε γνώση. Καταπιάνεται με την ορθογραφία και το συντακτικό της νεοελληνικής, απωθημένο από το σχολείο που σταμάτησε. Συγχρόνως, παίρνει μαθήματα ζωγραφικής με κάρβουνο, σινική μελάνη καθώς και γλυπτικής σε πέτρα, υλικό που αφθονούσε στις αφιλόξενες ακτές του νησιού, από τη Βάσω Κατράκη, στο ιδιότυπο φροντιστήριο της οποίας θήτευσαν πολλοί εξόριστοι.

Όντας μάλιστα υπεύθυνος για την καθημερινή περιποίηση των εξόριστων, θα συντονίσει με άλλους συναδέλφους του τη λειτουργία όλων των κουρείων του στρατοπέδου. Αξιοποιούν κάθε τι εξασφαλίζοντας τον απαραίτητο εξοπλισμό. Από τα ξεβρασμένα ξύλα της θάλασσας γίνονται καρέκλες, πάγκοι, τραπέζια. Καρφώνουν, βάφουν, στερεώνουν, ακονίζουν, ψαλίδια-ξυράφια κ.α. Πληρωμή του η συνομιλία με τον σύντροφο-πελάτη, όσο διαρκούσε το κούρεμα. Έτσι γλυκαίνει η σκληρή πραγματικότητα! Από τα Γιούρα θα βρεθεί στο Λακί της Λέρου, όπου ξεχειλίζοντας από γνώση, θα αισθανθεί την ανάγκη να εκφραστεί γραπτά με μελέτες, ιστορικά κείμενα και άρθρα.

Σχέδια του Αντώνη Σαμπαζιώτη όταν ήταν εξόριστος στο Λακί Λέρου. Αριστερά η αυτοπροσωπογραφία του.

Όλα αυτά θα μορφοποιηθούν σε ομιλίες προς τους εξόριστους. Παρενθετικά αναφέρω πως αυτό το υλικό θα το συμπεριλάβει στο πρώτο του βιβλίο, που θα εκδοθεί αργότερα το 1984, με τίτλο “Δημιουργικός Ιστορισμός Α’”. με εργαλείο τον ιστορικό υλισμό, αναλύει τη φιλοσοφική σκέψη του Σωκράτη, την ιστορική διαδρομή της γενέτειράς του, του Πειραιά, τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της δουλείας στην αρχαία Αθήνα. Οι κριτικοί θα σταθούν στο γλαφυρό και πυκνό ύφος της γραφής καθώς και στην τεκμηρίωση των θέσεών του προς εξαγωγή συμπερασμάτων. Η εφημερίδα “Η Φωνή του Πειραιά” θα τον συμπεριλάβει στις πειραϊκές μορφές.

Επιστρέφοντας από την Λέρο το 1970, τον περιμένει η οικογένειά του, πλουσιότερη κατά ένα μέλος, την εγγονοπούλα του Βασιλική. Θα βρει το κουρείο λεηλατημένο, ενώ οι συχνές επισκέψεις της Ασφάλειας έχουν διώξει την πελατεία. Ψύχραιμος και πάλι, θα ανοίξει καινούργιο μαγαζί στην οδό Νοταρά, τόπος που έμελλε να γίνει στα χρόνια της μεταπολίτευσης κέντρο διαλεκτικής και διαφωτισμού “όπως συνέβαινε στην αρχαία Αθήνα ή στην Αναγέννηση της Δύσης” έγραψε ο Πειραϊκός Τύπος.

Νέα γενιά πελατών μαζί με παλιούς φίλους σπεύδουν να τον υποστηρίξουν. Αρκετοί από αυτούς στελεχώνουν ιδιότυπα πνευματικά συμπόσια που τώρα, ξεφεύγοντας από τη στενή πολιτική σκέψη, απλώνονται σε αρχαία και νεότερη φιλοσοφία, ελληνική και ξένη. Κείμενα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Επίκουρου, των Σοφιστών, Ευρωπαίων φιλοσόφων, όπως του Βολταίρου, του Ένγκελς, του Καντ, του Μαρξ, ιστορικών όπως του Θουκυδίδη, του Κορδάτου, στίχοι ποιητών όπως του Μπρεχτ, Βάρναλη, Ρώτα, Ρίτσου, σελίδες Καζαντζάκη, Σκαρίμπα κ.α. Περνούν από χέρι σε χέρι και μελετώνται.

Η ομήγυρη αξιολογότατη: Κώστας Θεοφάνους, δημοσιογράφος, Νικηφόρος Βρετάκος, ποιητής, Βασίλης Ραφαηλίδης, δημοσιογράφος, Γρηγόρης Θεοχάρης, δικηγόρος, Κώστας Σούκας, ποιητής, Γεώργιος Παΐζης, οδοντίατρος, Ι. Ευσταθίου, καθηγητής Αγγλικών, Χρήστος Λεβάντας, δημοσιογράφος, Π. Πολέμης, καπετάνιος, Ι. Παπαοικονόμου, συγγραφέας κ.α. Τότε είναι που αρχίζει τη δημιουργία της προσωπικής του βιβλιοθήκης, προσπάθεια που θα τη συνεχίσει μέχρι το θάνατό του, συνεχώς εμπλουτίζοντάς την με πλειάδα τίτλων Ιστορικών, Φιλοσοφικών, Πολιτικών, Λογοτεχνικών. Όλα τα βιβλία έχουν μελετηθεί από τον ίδιο με ιδιόχειρες αριθμημένες σημειώσεις, σε επιπλέον σελίδες στο τέλος.

25 Σεπτεμβρίου 1951 στα Γραφεία της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς με Πρόεδρο τον Γρηγόρη Θεοχάρη πραγματοποιείται πνευματική σύσκεψη συμβούλων και μελών. Αργύρης Κωστέας, Στέλιος Γεράνης, Μόσχος Κεφάλας, Χρήστος Λεβάντας, Κώστας Σούκας, Ευάγγελος Καμπέρος, Λάμπης Βολονάκης κ.α. Ανάμεσά τους και ο Αν΄τ

Το 1977 κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με την Ε.Δ.Α. Τα χρόνια αυτά της μεταπολίτευσης είναι και τα πιο παραγωγικά της ζωής του. Τώρα μάλιστα καμαρώνει τέσσερα ακόμη εγγόνια, τον Μηνά, την Ειρήνη, τον Αντώνη και την Άρτεμη. Τη γραφική φιγούρα του, με το μπερεδάκι και την πίπα, θα τη συναντάμε σε διαλέξεις, εκθέσεις, καλλιτεχνικές και πολιτικές εκδηλώσεις του Πειραιά, καθώς και σε συνδικαλιστικούς χώρους, όπως στο Σύνδεσμο Κουρέων και Κομμωτών Πειραιά ως Πρόεδρο, στην Πανελλήνια Ομοσπονδία του κλάδου ως Αντιπρόεδρο, στο Διοικητικό Συμβούλιο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιά ως εκλεγμένο μέλος.

Χορτασμένος πια, θ’ αποσυρθεί το 1995 στη Ροδόπολη, όπου θα ασχοληθεί με τα λουλούδια του και τη βιβλιοθήκη του. “Το μόνο αληθινό πανεπιστήμιο είναι μια καλή βιβλιοθήκη” έλεγε. Τούτα τα τελευταία χρόνια, θα τα ονόμαζα “εποχή της σοφίας”. Το προχωρημένο μυαλό που διατήρησε μέχρι το τέλος, του δίνουν την άνεση της σωστής εκτίμησης των καταστάσεων χωρίς υπερβολές και εντάσεις. Ο λόγος του, λακωνικός και μεστός, έχει την πατίνα της διαχρονικής αλήθειας. Συνεχίζει να διαβάζει με τον φακό, ακόμα κι όταν τα μάτια του τον έχουν προδώσει. Μόλις τον Μάη του 2013 ανακοινώνει χαρούμενος στην αγαπημένη του ανιψιά Ελένη πως τελείωσε τον Σπινόζα!

Το 2008 βγάζει το δεύτερο βιβλίο του “Δημιουργικός Ιστορισμός Β’” αφιερωμένο στη γυναίκα του Άρτεμη που έφυγε, προσφορά από τον εκδοτικό οίκο του ανιψιού του Νίκου Δ. Σαμπαζιώτη και φιλολογική επιμέλεια από την εγγονή του Βασιλική Καραμπέτσου. Το προλογίζουν συγκινητικά τα πέντε εγγόνια του. Έτυχε επαινετικής κριτικής τόσο για τον τρόπο γραφής όσο και για το βαθύτερο νόημα των μικρών κειμένων, κατανοητών κι από ανθρώπους που δεν έχουν τύχει ιδιαίτερης παιδείας. Όλοι οι κριτικοί στέκονται με θαυμασμό στο αυτοδίδακτο του συγγραφέα και στην ισχυρή του βούληση για μάθηση. Επαγωγικά αναφέρουν το παράδειγμα του Μακρυγιάννη.

Ο δημοσιογράφος Δ. Φραγκόπουλος σημειώνει στο “Έθνος” “Ο τόπος χρειάζεται τέτοιους απλούς ανθρώπους που ξέρουν να σκέπτονται, να βλέπουν ψηλότερα σ’ ανοιχτότερους ορίζοντες, να στοχάζονται. Στο κάτω – κάτω, μαρμαράς ήταν ο Σωκράτης, σκλάβος ο Επίκτητος, δούλος ο Αίσωπος και κουρέας ο Αντώνης, θα πρόσθετα”.

-Ποιο πρόσωπο ξεχώρισες απ’ όσα γνώρισες στο διάβα της ζωής σου, τον ρώτησα.

– Τη μάνα μου.

– Και ποιο άσμα;

Η ερώτηση ήταν σκόπιμη, γιατί ήθελα να τον προκαλέσω να τραγουδήσει. Άλλωστε ήταν καλλίφωνος, χάρισμα που κληροδότησε τα εγγόνια του, δύο εκ των οποίων, ο Μηνάς και η Άρτεμις, διαπρέπουν στο μουσικό χώρο.

Γέλασε με νόημα και άρχισε να ψέλνει το “Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί… Πάσχα Κυρίου Πάσχα…”. Παραξενεύτηκα γιατί οι σχέσεις του με την εκκλησία δεν ήσαν ιδιαίτερες. Επέμενα, θέλοντας να δώσω συνέχεια στην ψυχική του ευφορία.

– Ένα πιο σύγχρονο…

– Η “Αρχόντισσα” του Τσιτσάνη, απάντησε διαβαίνοντας μ’ ευκολία τη γέφυρα από τη Βυζαντινή μουσική στο λαϊκό τραγούδι.

Και τώρα, Άρχοντα, φεύγεις δικαιωμένος πλήρης ημερών αφήνοντας πίσω, ως αποτύπωμα της παρουσίας σου, τη δημιουργική σκέψη που σε χαρακτήριζε ως το τέλος του βίου σου. Ξέρεις πατέρα, επειδή ο θάνατος είναι ένα γεγονός που καθορίζει περισσότερο το μέλλον παρά το παρελθόν, οι μέρες που θ’ ακολουθήσουν θα είναι διαφορετικές χωρίς εσένα. Εμείς θα σε συναντάμε στις ιδιόχειρες σημειώσεις των βιβλίων σου, στα καλλιτεχνήματα της εξορίας, όπως οι γοργόνες και οι αστερίες, τα ψάρια και τα καράβια, οι ήλιοι και τα φεγγάρια που σμίλεψες στην πέτρα, τα σκυθρωπά πρόσωπα των συντρόφων σου, που, μαζί με το δικό σου, ζωγράφισες με κάρβουνο, τα βιαστικά μαθητούδια και τα λουλούδια που σκιτσάρισες με το πενάκι της σινικής μελάνης, τα ταπεινά σταχτοδοχεία, ποτηράκια, βαζάκια και τόσα άλλα που απλόχειρα χάρισες σε συγγενείς και φίλους με την επιστροφή σου από τα ξερονήσια. Όλα αυτά με τον καιρό θα γίνονται ολοένα και πιο σπουδαία για μας!

“Να μη γελάς, να μην κλαις ούτε ν’ αγανακτείς, αλλά να καταλαβαίνεις” μας συμβούλευες. Κι εμείς τώρα πρέπει να καταλάβουμε πως ο κυρ – Αντώνης δεν θα βγει ποτέ του στην αυλή, τ’ άνθη, όμως, που φύτεψε στις ψυχές μας θα ευωδιάζουν για πάντα. Σ’ ευχαριστούμε!

(το άρθρο της Ελένης Σαμπαζιώτου-Καραμπέτσου για τον πατερά της εκφωνήθηκε κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία στον Ι.Ν. Προφήτου Ηλιού Ροδόπολης Αττικής τη Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016)

Ο Αντώνης Σαμπαζιώτης στο κουρείο του

Αντώνης Σαμπαζιώτης (1917 – 2016)

Γεννήθηκε στα Υδραίικα του Πειραιά το 1917. Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης και ο ίδιος εξαιτίας των αντίξοων συνθηκών εκείνης της περιόδου, μπήκε από νωρίς στη βιοπάλη μόλις τελείωσε τη δευτέρα γυμνασίου.

Από το 1935 εξάσκησε το επάγγελμα του κουρέα διατηρώντας κουρείο στο κέντρο του Πειραιά, το οποίο αποτέλεσε σημείο συνάντησης και επικοινωνίας πολλών Πειραιωτών ανεξαρτήτως ηλικίας, κοινωνικής τάξης κλπ. Υπηρέτησε στρατιώτης στη Γραμμή Μεταξά. Ο εμφύλιος και η αγωνία του για τα προβλήματα του τόπου στάθηκαν ορόσημο για τη συμμετοχή του στους κοινωνικούς αγώνες μέσα από το χώρο της Αριστεράς, γεγονός που έγινε αφορμή για σειρά διώξεων.

Ενεργοποιήθηκε δραστήρια με πνεύμα προοδευτικό, με θέσεις ενωτικές και καινοτόμες ιδέες στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αναδείχθηκε επί σειρά ετών στα προεδρεία του Συνδέσμου Καταστηματαρχών Κουρέων-Κομμωτών Πειραιά, της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας του Κλάδου και της Ομοσπονδίας Βιοτεχνικών Σωματείων Πειραιά. Για πολλά χρόνια ήταν εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιά.

Το ανήσυχο πνεύμα του και η μεγάλη του αγάπη για τη μελέτη τον ώθησαν να καλλιεργήσει τις γνώσεις του σε εξαιρετικό βαθμό, παρά το ότι ήταν αυτοδίδακτος, έτσι ώστε να καταφέρει να δημιουργήσει μια αξιοζήλευτη βιβλιοθήκη με πλειάδα τίτλων και ευρύτατη θεματολογία.

Έχει συγγράψει και δημοσιεύσει πολλά δοκίμια, επιφυλλίδες και άρθρα, το δε 1984 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο αφιερωμένο στον Πειραιά, με τίτλο “Δημιουργικός Ιστορισμός Α’” με τις ακόλουθες μελέτες: “Η πορεία του Ελληνικού δρόμου της σκέψης και ο Σωκράτης”, “Ο αρχαίος Πειραιάς και η οικονομική του ζωή” και “Οι δούλοι στην Αθήνα”. Το 2008 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο του “Δημιουργικός Ιστορισμός Β’”.

Διαβάστε σχετικά:

Ο λογοτέχνης δικηγόρος Ευάγγελος Καμπέρος (1920 – 1974)

Νίκος Καββαδίας και Πειραιάς. Καταγραφή μιας ιδιαίτερης σχέσης.

Author

Ο Στέφανος Μίλεσης είναι συγγραφέας με εξειδίκευση στην επιχειρηματική ιστοριογραφία (MSc στην Διοίκηση Επιχειρήσεων). Από νωρίς καταπιάστηκε όμως και με τη μελέτη της αστικής ηθογραφίας και λαογραφίας, τις αστικές παραδόσεις, την τοπική και ναυτική ιστορία.